λυσσάζω Verb  [lissazo, lyssazw]

Etymologie zu λυσσάζω

λυσσάζω Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Noch keine Grammatik zu λυσσάζω.



Griechische Definition zu λυσσάζω

λυσσάζω. — Βλ. και .

Πάσχω από την αρρώστια της λύσσας· (μεταφ.) ενεργώ παράφορα, παράλογα, οργισμένα, βίαια:
ο δε πασάς ελύσσασε κι έλεγε να πασχίσει … πάντας να τυραννήσει (Αχέλ. 1186
(υβριστ.):
γένος λυσσασμένον (Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 36).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = λυσσασμένος· προκ. για άνθρωπο μανιακό, παράφορο, βίαιο:
εκάναν ό,τι δύνουνταν σαν σκύλοι λυσσασμένοι (Αχέλ. 1991).
[<αόρ. του λυσσώ + κατάλ. ‑άζω. Η μτχ. λυσσασμένος στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback