λοκατζής  (lokatzis, lokatzhs)  

Synonyme zu λοκατζής

Noch keine Synonyme

Grammatik


Griechische Definition zu λοκατζής

λοκατζής ο [lokadzís] : 1. στρατιώτης ή αξιωματικός που υπηρετεί στην ειδική μονάδα των ΛΟK (Λόχος Ορεινών Kαταδρομών). [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λοκατζής

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15