λιώνω  Verb  [liono, liwnw]

Ähnliche Bedeutung wie λιώνω


Beispielsätze λιώνω

... παράδειγμα, κράμα που περιέχει Bi, Sn και 26 % In λιώνει στους 78,89 °C, ένα άλλο με Bi, Pb, Sn και 21 % In λιώνει στους 57,78 °C, ενώ ένα τρίτο που περιέχει ...

... Η.Π.Α. Το γάλλιο υγροποιείται λίγο πάνω από τη θερμοκρασία δωματίου και λιώνει εύκολα στο χέρι. Διαλύεται αργά στο υδροχλωρικό οξύ και στο υδροξείδιο του ...

... κάτσε φρόνιμα Ο μαθητής Πάντα εσένα συλλογιέμαι,( Χρόνια τώρα μακριά σου λιώνω) Πατέρα κάτσε φρόνιμα Πριν το χάραμα Σβήσε το φως να κοιμηθούμε Στο πικραμένο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schmelzen

... Der Schnee hat zu schmelzen begonnen. ...

... Die Butter in einem Kochtopf auf kleiner Flamme schmelzen und danach zurückstellen. ...

... Mit Butter bestrichen sind die Versprechen der Nacht. Die Sonne des Morgens lässt sie schmelzen und vergehen. ...

Quelle: MUIRIEL, Lebensfreude, Esperantostern

Grammatik


ΛΙΩΝΩ
I melt
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λιώνωλιώνουμε, λιώνομε
λιώνειςλιώνετε
λιώνειλιώνουν(ε)
Imper
fekt
έλιωναλιώναμε
έλιωνεςλιώνατε
έλιωνεέλιωναν, λιώναν(ε)
Aoristέλιωσαλιώσαμε
έλιωσεςλιώσατε
έλιωσεέλιωσαν, λιώσαν(ε)
Per
fect
έχω λιώσει
έχω λιωμένο
έχουμε λιώσει
έχουμε λιωμένο
έχεις λιώσει
έχεις λιωμένο
έχετε λιώσει
έχετε λιωμένο
έχει λιώσει
έχει λιωμένο
έχουν λιώσει
έχουν λιωμένο
Plu
per
fect
είχα λιώσει
είχα λιωμένο
είχαμε λιώσει
είχαμε λιωμένο
είχες λιώσει
είχες λιωμένο
είχατε λιώσει
είχατε λιωμένο
είχε λιώσει
είχε λιωμένο
είχαν λιώσει
είχαν λιωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λιώνωθα λιώνουμε, θα λιώνομε
θα λιώνειςθα λιώνετε
θα λιώνειθα λιώνουν(ε)
Fut
ur
θα λιώσωθα λιώσουμε, θα λιώσομε
θα λιώσειςθα λιώσετε
θα λιώσειθα λιώσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λιώσει
θα έχω λιωμένο
θα έχουμε λιώσει
θα έχουμε λιωμένο
θα έχεις λιώσει
θα έχεις λιωμένο
θα έχετε λιώσει
θα έχετε λιωμένο
θα έχει λιώσει
θα έχει λιωμένο
θα έχουν λιώσει
θα έχουν λιωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λιώνωνα λιώνουμε, να λιώνομε
να λιώνειςνα λιώνετε
να λιώνεινα λιώνουν(ε)
Aoristνα λιώσωνα λιώσουμε, να λιώσομε
να λιώσειςνα λιώσετε
να λιώσεινα λιώσουν(ε)
Perfνα έχω λιώσει
να έχω λιωμένο
να έχουμε λιώσει
να έχουμε λιωμένο
να έχεις λιώσει
να έχεις λιωμένο
να έχετε λιώσει
να έχετε λιωμένο
να έχει λιώσει
να έχει λιωμένο
να έχουν λιώσει
να έχουν λιωμένο
Imper
ativ
Presλιώνελιώνετε
Aoristλιώσελιώσετε, λιώστε
Part
izip
Presλιώνοντας
Perfέχοντας λιώσει, έχοντας λιωμένο
InfinAoristλιώσει






Griechische Definition zu λιώνω

λιώνω [lóno] Ρ1α μππ. λιωμένος : 1. μεταβάλλω κτ. στερεό σε υγρό (συνήθ. θερμαίνοντας ή διαλύοντάς το)· τήκω, διαλύω: λιώνω το μολύβι / το χρυσό / το κερί / το βούτυρο / τη ζάχαρη. Tόσο δυνατή ήταν η φωτιά, που έλιωσε ακόμα και τα μέταλλα. Περιχύνουμε το γλύκισμα με λιωμένη σοκολάτα και το σερβίρουμε. || Έλιωσαν τα χιόνια. Φάε το παγωτό σου πριν λιώσει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λιώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15