λείπω  Verb  [lipo, leipw]

Ähnliche Bedeutung wie λείπω


Beispielsätze λείπω

... Η λύπη είναι ψυχικό συναίσθημα με έκδηλα τα χαρακτηριστικά της στενοχώριας, του πόνου ή της οδύνης. Προέρχεται από την αναντιστοιχία που παρατηρείται μεταξύ ...

... συναισθήματα της, η Χαρά, η Λύπη, ο Θυμός, ο Φόβος και η Αηδία πρέπει να φροντίσουν να είναι χαρούμενη. Όμως κάτι πάει στραβά όταν η Λύπη αγγίζει καταλάθος μια ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze entfernt

... Es gibt keine Distanz auf der Erde, die so weit entfernt ist wie gestern. ...

... Wie weit entfernt befindet sich das nächste Dorf? ...

... Ihr Haus ist weit entfernt vom Bahnhof. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΛΕΙΠΩ
I lack
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λείπωλείπουμε, λείπομε
λείπειςλείπετε
λείπειλείπουν(ε)
Imper
fekt
έλειπαλείπαμε
έλειπεςλείπατε
έλειπεέλειπαν, λείπαν(ε)
Aoristέλειψαλείψαμε
έλειψεςλείψατε
έλειψεέλειψαν, λείψαν(ε)
Per
fect
έχω λείψειέχουμε λείψει
έχεις λείψειέχετε λείψει
έχει λείψειέχουν λείψει
Plu
per
fect
είχα λείψειείχαμε λείψει
είχες λείψειείχατε λείψει
είχε λείψειείχαν λείψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λείπωθα λείπουμε, θα λείπομε
θα λείπειςθα λείπετε
θα λείπειθα λείπουν(ε)
Fut
ur
θα λείψωθα λείψουμε, θα λείψομε
θα λείψειςθα λείψετε
θα λείψειθα λείψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λείψειθα έχουμε λείψει
θα έχεις λείψειθα έχετε λείψει
θα έχει λείψειθα έχουν λείψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λείπωνα λείπουμε, να λείπομε
να λείπειςνα λείπετε
να λείπεινα λείπουν(ε)
Aoristνα λείψωνα λείψουμε, να λείψομε
να λείψειςνα λείψετε
να λείψεινα λείψουν(ε)
Perfνα έχω λείψεινα έχουμε λείψει
να έχεις λείψεινα έχετε λείψει
να έχει λείψεινα έχουν λείψει
Imper
ativ
Presλείπελείπετε
Aoristλείψελείψτε, λείψετε
Part
izip
Presλείποντας
Perfέχοντας λείψει
InfinAoristλείψει




Griechische Definition zu λείπω

λείπω [lípo] Ρ4α : I1α. απουσιάζω από κάπου, δεν είμαι παρών: Δεν είναι στο γραφείο, λείπει. Θα λείψω για δυο ώρες. Nα μη λείψει κανείς απ΄ τη συγκέντρωση. Δεν είναι ευγενικό να συζητάμε γι΄ αυτήν ενώ λείπει. Tο αυτοκίνητο έλειπε από το γκαράζ. (έκφρ.) αυτός / αυτό μας έλειπε, για πρόσωπο ή για πράγμα ανεπιθύμητο που επιτείνει την ήδη υπάρχουσα δυσφορία ή δυσάρεστη κατάσταση. λείψε απ΄ το κεφάλι μου, φύγε, ξεφορτώσου με. ΦΡ λείπει ο Mάρτης* απ΄ τη σαρακοστή; ΠAΡ Όταν λείπει η γάτα*, χορεύουν τα ποντίκια. || πεθαίνω: Aν λείψεις εσύ, πώς θα ζήσω; β. βρίσκομαι μακριά από τον τόπο γέννησης ή διαμονής μου: Λείπει στο εξωτερικό / σε ταξίδι. Έλειπα δέκα χρόνια απ΄ την Ελλάδα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λείπω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15