λίγος -η -ο Adj.  [ligos -i -o, liros -i -o, ligos -h -o]

  Adj.
(154)
ein wenig (geh.)
(41)
(26)

GriechischDeutsch
Αποδοκιμάζει όμως το γεγονός ότι διατίθεται σχετικά λίγος χρόνος για τη διαβούλευση αυτή.Allerdings findet es der EWSA bedauer­lich, dass nur sehr wenig Zeit für diese Konsultationen veranschlagt worden ist.

Übersetzung bestätigt

Ωστόσο, η πρόσφατη εμπειρία δείχνει επίσης ότι υπάρχει ανάγκη για καλύτερες διαδικασίες συντονισμού που θα πρέπει να αποφασιστούν εκ των προτέρων, πριν δηλαδή την επέμβαση κατά την διάρκεια της έκτακτης ανάγκης, καθώς υπάρχει λίγος χρόνος ή δυνατότητα να συμφωνηθούν τέτοιους είδους διαδικασίες επί τόπου κατά τη διάρκεια μιας καταστροφής.Allerdings haben die jüngsten Erfahrungen auch gezeigt, dass die Koordinierungsverfahren verbessert werden müssen, über die vor Beginn der Hilfeleistung entschieden werden muss, da am Katastrophenort nur wenig Zeit oder Gelegenheit bleibt, sich darüber inmitten des Notstandes zu einigen.

Übersetzung bestätigt

Με δεδομένο ότι απομένει πολύ λίγος χρόνος για να αναληφθούν αποτελεσματικές συνεργίες έως το 2010 και για να διατηρηθεί η δυναμική που έχει δημιουργηθεί, η Επιτροπή κρίνει ότι είναι πλέον απαραίτητο να εξασφαλιστεί μια πιο διαρθρωμένη και συστηματική παρακολούθηση της πραγματοποιούμενης προόδου.Da bis 2010 nur wenig Zeit bleibt, um wirksam zu handeln und um die entstandene Dynamik aufrecht zu erhalten, müssen die Fortschritte nach Auffassung der Kommission unbedingt stärker als bisher in strukturierter und systematischer Form überwacht werden.

Übersetzung bestätigt

Καθώς αργότερα αποφασίστηκε να αναβληθεί η ημερομηνία της δημοσίευσης για τον Ιούνιο του 2005 και να μετατραπεί εξάλλου η ανακοίνωση σε δήλωση, θα μείνει λίγος χρόνος για να μπορέσουν να υποβληθούν συμβολές πριν από τη διάσκεψη του ΟΗΕ, που θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο1.Da jedoch später beschlossen wurde, den Veröffentlichungstermin auf Juni 2005 zu verschieben und die Mitteilung in eine Erklärung umzuwandeln, bleibt nun wenig Zeit, um bis zur Konferenz der Vereinten Natio­nen im September Beiträge zu diesem Dokument beizusteuern1.

Übersetzung bestätigt

Τα έγγραφα δεν υποβάλλονται έγκαιρα και σε όλες τις επίσημες γλώσσες και συνεπώς ο χρόνος για τη διαδικασία διαβούλευσης είναι λίγος.Die Dokumente werden oft nicht rechtzeitig und in allen Amtssprachen vorgelegt, so daß für das Beratungsverfahren nur wenig Zeit verbleibt.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • λίγος (maskulin)
  • λίγη (feminin)
  • λίγο (neutrum)


Griechische Definition zu λίγος -η -ο

λίγος -η -ο [líγos] : (πρβ. ολίγος) 1α. που είναι μικρός, περιορισμένος ως προς τον αριθμό, το πλήθος, την ποσότητα, συχνά και ως ουσ. ANT πολύς: Λίγες μέρες έμειναν ως τις διακοπές. Λίγα σπιτάκια χτισμένα στην κορυφή του βουνού. Πώς να ζήσω με τόσο λίγα λεφτά; Bάλε μου λίγο φαΐ ακόμα. Λίγοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή τους. Οι τίμιοι άνθρωποι γίνονται όλο και λιγότεροι. Γι΄ αυτή τη δουλειά δε χρειάζονται πολλοί, χρειάζονται λίγοι και καλοί. Kαλό (είναι το φαΐ), αλλά λίγο. Πες μας με λίγα λόγια τι έγινε. Λίγα σου πέφτουν τριακόσια χιλιάρικα το μήνα; Άρχισαν να φεύγουν λίγοι λίγοι. Ξέρω / έμαθα λίγα αγγλικά, έχω μικρές, περιορισμένες γνώσεις. (έκφρ.) κάτι* λίγοι. || (με άρθρο στον πληθ., ως ουσ.) οι λίγοι, οι πλούσιοι, οι εκλεκτοί: H Tέχνη πρέπει ν΄ απευθύνεται στο λαό και όχι στους λίγους. Tα οικονομικά μέτρα ευνοούν τους λίγους. (έκφρ.) λίγο το ΄χεις;, το θεωρείς ασήμαντο;: Θα ακριβύνει δύο δραχμές η βενζίνη· λίγο το ΄χεις; ΦΡ λίγα είναι τα ψωμιά του*. λίγο το ΄χει, για κπ. που τολμά, που επιχειρεί κτ. δύσκολο: Λίγο το ΄χει να πάει στον ίδιο τον υπουργό και να υποβάλει το αίτημά του. ΠAΡ Aπ΄ τα ψηλά στα χαμηλά κι απ΄ τα πολλά στα λί γα, για περιπτώσεις συνήθ. αιφνίδιας και ριζικής μεταβολής μιας θετικής κατάστασης προς το χειρότερο. Όποιος γυρεύει / ζητάει / θέλει τα πολλά* χάνει και τα λίγα. || (συγκρ. ως ουσ.) το λιγότερο, το κατώτερο όριο ενός ποσού, μεγέθους κτλ.· το ελάχιστο: Tο λιγότερο που θα πρέπει να πληρώσεις είναι διακόσιες χιλιάδες. || (επέκτ.): Tο λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να ζητήσεις συγνώμη. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback