κυριλέ    [kirile, kyrile]

  Adj.
(7)
  Adj.
(4)
    Adj.
(3)

Etymologie zu κυριλέ

κυριλέ Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Πολύ κυριλέ μού φαίνεται.Sieht ziemlich nobel aus. Mann, tolle Bude!

Synonyme zu κυριλέ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie κυριλέ

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu κυριλέ

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu κυριλέ

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu κυριλέ.





Griechische Definition zu κυριλέ

κυριλέ [kirilé] Ε (άκλ.) : για άνθρωπο, ντύσιμο, χώρο κτλ. που θέλουμε να τον χαρακτηρίσουμε ως πολύ καθώς πρέπει ή προσεγμένο: Nτύσιμο / εστιατόριο κυριλέ. || (ως επίρρ.): Πάμε να φύγουμε από εδώ μέσα· είναι πολύ κυριλέ.

[κύρι(ος) -έ (το -λ- ίσως με βάση το επίθημα -ίλα)]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback