κυματίζω  Verb  [kimatizo, kymatizw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie κυματίζω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΚΥΜΑΤΙΖΩ
I wave
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κυματίζωκυματίζουμε, κυματίζομε
κυματίζειςκυματίζετε
κυματίζεικυματίζουν(ε)
Imper
fekt
κυμάτιζακυματίζαμε
κυμάτιζεςκυματίζατε
κυμάτιζεκυμάτιζαν, κυματίζαν(ε)
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κυματίζωθα κυματίζουμε, θα κυματίζομε
θα κυματίζειςθα κυματίζετε
θα κυματίζειθα κυματίζουν(ε)
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να κυματίζωνα κυματίζουμε, να κυματίζομε
να κυματίζειςνα κυματίζετε
να κυματίζεινα κυματίζουν(ε)
Imper
ativ
Presκυμάτιζεκυματίζετε
Part
izip
Presκυματίζοντας


Griechische Definition zu κυματίζω

κυματίζω [kimatízo] .1α : για κτ. του οποίου η επιφάνεια αναδιπλώνεται κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν της θάλασσας ή της λίμνης όταν αναταράζεται από τον άνεμο: Οι σημαίες κυμάτιζαν στον αέρα. Οι πράσινοι αγροί / τα στάχυα κυμάτιζαν στο ανοιξιάτικο αεράκι. Tα μακριά μαλλιά της κυματίζουν καθώς τρέχει.

[λόγ. < ελνστ. κυματίζω ενεργ. του αρχ. κυματίζομαι `κινούμαι από τα κύματα΄ σημδ. γαλλ. flotter & αγγλ. wave]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κυματίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15