κρυολογώ  Verb  [kriologo, krioloro, kryologw]

Ähnliche Bedeutung wie κρυολογώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κρυολογώ

... ερωμένης του. Το 1842, καθώς έσπευσε σε μία πυρκαϊά στην πρωτεύουσα, κρυολόγησε και απεβίωσε στο Σβερίν σε ηλικία 42 ετών. Νυμφεύτηκε το 1822 την Αλεξανδρίνα ...

... συνέχιζαν να λαφυραγωγούν. Ο Φίλιππος εκστράτευσε εναντίον τους, αλλά κρυολόγησε και απεβίωσε το 1363. Το 1353 νυμφεύτηκε τη Γιολάντα, κόρη του Ροβέρτου ...

... Μαδέρα. Την επόμενη χρονιά ο Κάρολος σε μια βόλτα με τον μικρό τους γιο κρυολόγησε, το κρυολόγημα εξελίχθηκε σε πνευμονία από την οποία αρρώστησαν τον ίδιο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich erkälten

... Wer Wärme sucht in Männerarmen, wird sich erkälten und verarmen. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΚΡΥΟΛΟΓΩ
I catch cold
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρυολογώκρυολογούμε
κρυολογείςκρυολογείτε
κρυολογείκρυολογούν(ε)
Imper
fekt
κρυολογούσακρυολογούσαμε
κρυολογούσεςκρυολογούσατε
κρυολογούσεκρυολογούσαν(ε)
Aoristκρυολόγησακρυολογήσαμε
κρυολόγησεςκρυολογήσατε
κρυολόγησεκρυολόγησαν, κρυολογήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω κρυολογήσειέχουμε κρυολογήσει
έχεις κρυολογήσειέχετε κρυολογήσει
έχει κρυολογήσειέχουν κρυολογήσει
Plu
perf
ekt
είχα κρυολογήσειείχαμε κρυολογήσει
είχες κρυολογήσειείχατε κρυολογήσει
είχε κρυολογήσειείχαν κρυολογήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρυολογώθα κρυολογούμε
θα κρυολογείςθα κρυολογείτε
θα κρυολογείθα κρυολογούν(ε)
Fut
ur
θα κρυολογήσωθα κρυολογήσουμε
θα κρυολογήσειςθα κρυολογήσετε
θα κρυολογήσειθα κρυολογήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κρυολογήσειθα έχουμε κρυολογήσει
θα έχεις κρυολογήσειθα έχετε κρυολογήσει
θα έχει κρυολογήσειθα έχουν κρυολογήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρυολογώνα κρυολογούμε
να κρυολογείςνα κρυολογείτε
να κρυολογείνα κρυολογούν(ε)
Aoristνα κρυολογήσωνα κρυολογήσουμε, να κρυολογήσομε
να κρυολογήσειςνα κρυολογήσετε
να κρυολογήσεινα κρυολογήσουν(ε)
Perfνα έχω κρυολογήσεινα έχουμε κρυολογήσει
να έχεις κρυολογήσεινα έχετε κρυολογήσει
να έχει κρυολογήσεινα έχουν κρυολογήσει
Imper
ativ
Presκρυολογείτε
Aoristκρυολόγησεκρυολογήστε, κρυολογήσετε
Part
izip
Presκρυολογώντας
Perfέχοντας κρυολογήσει
InfinAoristκρυολογήσει


Griechische Definition zu κρυολογώ

κρυολογώ [krioloγó] .9α μππ. κρυολογημένος : παθαίνω κρυολόγημα, εμπύρετης συνήθ. μορφής: Mην κάθεσαι στο ρεύμα, γιατί θα κρυολογήσεις. || (οικ.) γίνομαι αιτία να πάθει κάποιος κρυολόγημα: Mήπως το κρυολόγησα το παιδί χθες, όταν το έβγαλα έξω;

[λόγ. κρυο- + -λογώ απόδ. γαλλ. se refroidir]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κρυολογώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15