{η}  κουτσουπιά  Substantiv  [kutsupia, koytsoypia]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie κουτσουπιά

Noch keine Synonyme

Grammatik



Griechische Definition zu κουτσουπιά

κουτσουπιά η [kutsupxá] : (λαϊκότρ.) η χαρουπιά.

[κουτσούπ(ι) -ιά, κουτσούπι: `υπόλοιπο κορμού δέντρου κοντά στη ρίζα που μοιάζει με κούτσουρο΄, επειδή τα άνθη της βγαίνουν πολύ κοντά στον κορμό < (;)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουτσουπιά

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15