κοκκίνισμα  

  • erröten
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Διαταραχή στην ομιλία και παραζάλη Απώλεια αισθήσεων και ακαμψία των μυών Κοκκίνισμα στα μάγουλα, στο πηγούνι και στα άκρα Απουσία κλάματος Αδύνατο πιπίλισμα ...

... των ματιών, δηλαδή το τσίμπλιασμα, το οποίο είναι συνεχές και άφθονο, κοκκίνισμα και πόνος στα μάτια. Επιπεφυκίτιδα από το μικρόβιο του έρπη. Η θεραπεία ...

... χορηγούμενης ουσίας, διαστολή των υποδόριων αιμοφόρων αγγείων, με αποτέλεσμα κοκκίνισμα του προσώπου και του λαιμού, δυσκοιλιότητα, ναυτία, εμετό και, κυρίως ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

kokkinisma


Deutsche Synonyme zu: κοκκίνισμα

(sich) schämen (sich) genieren rot werden erröten (sich) in Grund und Boden schämen (Verstärkung)


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ κοκκίνισμα κοκκινίσματα
Genitiv κοκκινίσματος κοκκινισμάτων
Akkusativ κοκκίνισμα κοκκινίσματα
Vokativ κοκκίνισμα κοκκινίσματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15