κοιμίζω  Verb  [kimizo, koimizw]

Ähnliche Bedeutung wie κοιμίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κοιμίζω

... «άπειρος», παρεδούμαι «παντρεύομαι» (αόρ. παρεδόθα), τšοιμίζω «ρίχνω κάτω (κοιμίζω)». 3) Τουρκικά δάνεια. Η παρουσία των τουρκικών λ. είναι εκτεταμένη σε ...

... αποφοίτηση, αναχωρούν όλοι για μια σχολική εκδρομή. Ωστόσο ολόκληρη η τάξη, κοιμίζεται με αέριο, απάγεται και μεταφέρεται σε ένα ερημωμένο νησί, όπου τους περνούν ...

... τον πολίτη, ενώ η επιστήμη να τον καθησυχάζει. Σήμερα, δυστυχώς, η Τέχνη κοιμίζει το θεατή και η επιστήμη τον ανησυχεί!» Φαλακρή τραγουδίστρια του Ιονέσκο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zu Bett bringen

... Der Begriff Bett bezeichnet ein Möbelstück, das dem Schlafen, Liegen oder Ruhen dient. Ein einfaches Bett besteht heute in der Regel aus einem Rahmen ...

... Das Bett ist der Titel eines zuerst 1983 erschienenen und 2002 in einer vom Autor neu durchgesehenen Ausgabe publizierten Romans des deutschen Schriftstellers ...

... … und sowas muß um 8 ins Bett ist eine deutsch-österreichische Filmkomödie aus dem Jahr 1965 mit den Hauptdarstellern Gitte Hænning, Ingeborg Schöner und ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


koimamai">ΚΟΙΜΙΖΩ
I put to sleep
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κοιμίζωκοιμίζουμε, κοιμίζομε
κοιμίζειςκοιμίζετε
κοιμίζεικοιμίζουν(ε)
Imper
fekt
κοίμιζακοιμίζαμε
κοίμιζεςκοιμίζατε
κοίμιζεκοίμιζαν, κοιμίζαν(ε)
Aoristκοίμισα κοιμίσαμε
κοίμισεςκοιμίσατε
κοίμισεκοίμισαν, κοιμίσαν(ε)
Per
fect
έχω κοιμίσειέχουμε κοιμίσει
έχεις κοιμίσειέχετε κοιμίσει
έχει κοιμίσειέχουν κοιμίσει
Plu
per
fect
είχα κοιμίσειείχαμε κοιμίσει
είχες κοιμίσειείχατε κοιμίσει
είχε κοιμίσειείχαν κοιμίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κοιμίζωθα κοιμίζουμε, θα κοιμίζομε
θα κοιμίζειςθα κοιμίζετε
θα κοιμίζειθα κοιμίζουν(ε)
Fut
ur
θα κοιμίσωθα κοιμίσουμε, θα κοιμίζομε
θα κοιμίσειςθα κοιμίσετε
θα κοιμίσειθα κοιμίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κοιμίσειθα έχουμε κοιμίσει
θα έχεις κοιμίσειθα έχετε κοιμίσει
θα έχει κοιμίσειθα έχουν κοιμίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κοιμίζωνα κοιμίζουμε, να κοιμίζομε
να κοιμίζειςνα κοιμίζετε
να κοιμίζεινα κοιμίζουν(ε)
Aoristνα κοιμίσωνα κοιμίσουμε, να κοιμίσομε
να κοιμίσειςνα κοιμίσετε
να κοιμίσεινα κοιμίσουν(ε)
Perfνα έχω κοιμίσεινα έχουμε κοιμίσει
να έχεις κοιμίσεινα έχετε κοιμίσει
να έχει κοιμίσεινα έχουν κοιμίσει
Imper
ativ
Presκοίμιζεκοιμίζετε
Aoristκοίμισεκοιμίσετε
Part
izip
Presκοιμίζοντας
Perfέχοντας κοιμίσει
InfinAoristκοιμίσει




Griechische Definition zu κοιμίζω

κοιμίζω [kimízo] .1α μππ. κοιμισμένος* : α. κάνω κπ. να κοιμηθεί· αποκοιμίζω: Kάνετε ησυχία, γιατί κοιμίζει το μωρό. || δημιουργώ σε κπ. διάθεση για ύπνο, κυρίως λόγω ανίας: Σε κοιμίζει, όταν μιλάει. β. προκαλώ ύπνο σε κπ. με τεχνητά μέσα: Tον κοίμισε με υπνωτικό και τον έκλεψε. Έπρεπε να τον κοιμίσουν πριν κάνουν την επέμβαση, να τον ναρκώσουν.

[αρχ. κοιμίζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κοιμίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15