κλείω  Verb  [klio, kleiw]

Noch keine Übersetzung :(

Du suchst nach einem Wort oder einer Übersetzung?

Wir helfen dir gerne in unserem Forum: Greeklex Forum!

Etymologie zu κλείω

κλείω altgriechisch κλείω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu κλείω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie κλείω

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu κλείω

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik



Griechische Definition zu κλείω

κλείω· κλείνω· κλειω· κλω.

I. Ενεργ.
Α´ Μτβ.
1) Κλείνω:
κλείει σφικτήν την θύραν (Προδρ. I 126).
2)
α) Αποκλείω, φράζω:
είχε σείσει πέτραν μεγάλην και μ’ αυτήν το στόμα της (ενν. της σπηλιάς) να κλείσει (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [998]
β) εμποδίζω, περιορίζω:
εποίκαν έναν τοίχον ξυλένον … και εκλείστην το δειν τους (Μαχ. 48611
γ) καθορίζω το νόημα (νόμου ή δικαιώματος):
όθεν είναι χριστιανοί στην οικουμένην όλην, τον νόμον και τες αγωγές οι συμφωνίες τον κλείνουν (Χρον. Μορ. P 2387
δ) «καλύπτω»:
το σκότος έκλεισε και το φεγγάρι (= έγινε έκλειψη) (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 285v).
3) Εγκλείω, φυλακίζω:
μέγιστον Θουκυδίδην ως δέσμιον εκλείσατε δεινῴ δεσμωτηρίῳ (Βίος Αλ. 2844).
4) Περικλείω:
ένα βοσκόν χοντράνθρωπον να κλει στην αγκαλιάν της (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ´ [1158]).
5) Περικυκλώνω, πολιορκώ:
πέμψας ουν ικανά στρατεύματα έκλεισε Θεσσαλονίκην (Δούκ. 2399).
6) Διακόπτω, απαγορεύω (κάπ. λειτουργία):
(Βακτ. αρχιερ. 173).
7) Ολοκληρώνω, αποτελειώνω:
(Σουμμ., Παστ. φίδ. Α´ [894]).
Β´ Αμτβ.
1) (Προκ. για πληγή) επουλώνομαι:
σαν κλείσει ολότελα, γροικάται γιατρεμένη (Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε´ [1356]).
2) Tελειώνω:
γοργόν ουκ έκλεινεν να παραλάβει η νύκτα (Πόλ. Τρωάδ. 425).
II. Μέσ.
1) Κλείνω (αμτβ.):
εκλείσθησαν τα μάτια σου; (Διγ. Άνδρ. 40117).
2) Κλείνομαι, περιορίζομαι (σ’ ένα μέρος):
έξω ποτέ δεν έβγαιναν (ενν. οι Τούρκισσες), μα κάθουνταν κλεισμένες (Σταυριν. 122).
3) Παύω, σταματώ:
Εμοί εκλείσθη η φωνή η πάντων ηδυτάτη (Διγ. Z 3969).
Φρ.
1) Κλείνω ακοάς, βλ. ακοή Φρ. 2.
2) Κλείνω τα μάτια = κοιμούμαι:
(Ζήνου, Βατραχ. 322).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
1) Κλειστός, σφαλιστός:
εις δένδρον εκοιμάτονε, τα μάτια του κλεισμένα (Θησ. Πρόλ. [199]).
2) (Προκ. για βουνό) συνεχής, ενιαίος, που εκτείνεται ώστε να κλείνει τον ορίζοντα:
(Πορτολ. Α 28613).
[αρχ. κλείω. Οι τ. κλειω (Βλάχ.) και κλω και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. κλείνω και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Feedback