καρτερώ  Verb  [kartero, karterw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie καρτερώ

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΚΑΡΤΕΡΩ
I wait
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καρτεράω, καρτερώκαρτεράμε, καρτερούμε
καρτεράςκαρτεράτε
καρτεράει, καρτεράκαρτεράν(ε), καρτερούν(ε)
Imper
fekt
καρτερούσα, καρτέραγακαρτερούσαμε, καρτεράγαμε
καρτερούσες, καρτέραγεςκαρτερούσατε, καρτεράγατε
καρτερούσε, καρτέραγεκαρτερούσαν(ε), καρτέραγαν, καρτεράγανε
Aoristκαρτέρεσακαρτερέσαμε
καρτέρεσεςκαρτερέσατε
καρτέρεσεκαρτέρεσαν, καρτερέσαν(ε)
Perf
ekt
έχω καρτερέσειέχουμε καρτερέσει
έχεις καρτερέσειέχετε καρτερέσει
έχει καρτερέσειέχουν καρτερέσει
Plu
perf
ekt
είχα καρτερέσειείχαμε καρτερέσει
είχες καρτερέσειείχατε καρτερέσει
είχε καρτερέσειείχαν καρτερέσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καρτεράω, θα καρτερώθα καρτεράμε, θα καρτερούμε
θα καρτεράςθα καρτεράτε
θα καρτεράει, θα καρτεράθα καρτεράν(ε), θα καρτερούν(ε)
Fut
ur
θα καρτερέσωθα καρτερέσουμε, θα καρτερέσομε
θα καρτερέσειςθα καρτερέσετε
θα καρτερέσειθα καρτερέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καρτερέσειθα έχουμε καρτερέσει
θα έχεις καρτερέσειθα έχετε καρτερέσει
θα έχει καρτερέσειθα έχουν καρτερέσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καρτεράω, να καρτερώνα καρτεράμε, να καρτερούμε
να καρτεράςνα καρτεράτε
να καρτεράει, να καρτεράνα καρτεράν(ε), να καρτερούν(ε)
Aoristνα καρτερέσωνα καρτερέσουμε, να καρτερέσομε
να καρτερέσειςνα καρτερέσετε
να καρτερέσεινα καρτερέσουν(ε)
Perfνα έχω καρτερέσεινα έχουμε καρτερέσει
να έχεις καρτερέσεινα έχετε καρτερέσει
να έχει καρτερέσεινα έχουν καρτερέσει
Imper
ativ
Presκαρτέρα, καρτέραγεκαρτεράτε
Aoristκαρτέρεσε, καρτέρακαρτερέστε
Part
izip
Presκαρτερώντας
Perfέχοντας καρτερέσει
InfinAoristκαρτερέσει


Griechische Definition zu καρτερώ

καρτερώ [karteró] & -άω .11α : (λαϊκότρ., λογοτ.) περιμένω: Xρόνια και χρόνια τον καρτερούσε. ΠAΡ Kάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει, πρέπει να αρκείται κανείς στο σχετικά μικρό αλλά σίγουρο κέρδος ή όφελος και να μη ζητά το μεγαλύτερο που είναι όμως αβέβαιο. (Γιάννη γύρευε) και Nικολό καρτέρει, για κτ. που αργεί να γίνει, να πραγματοποιηθεί.

[αρχ. καρτερῶ `υπομένω, αντέχω΄ (η σημερ. σημ. μσν.)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καρτερώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15