ιδρώνω  Verb  [idrono, ithrono, idrwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ιδρώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ιδρώνω

... τίλιο κ.ά.) και κάνει καλό σε δηλητηριάσεις και κρυολογήματα. Από όλα τα ζώα περισσότερο ιδρώνει το άλογο. Ο σκύλος δεν έχει καθόλου ιδρωτοποιούς αδένες. ...

... τις υπόλοιπες τέχνες τις ασκούν οι τεχνίτες όχι μόνο κοπιάζοντας και ιδρώνοντας, αλλά καθιστοί και όρθιοι, σαν να ήταν δούλοι των τεχνών, ενώ ο παράσιτος ...

... φτύνει αίμα, η σάρκα του φουσκώνει και, ενίοτε, πιάνει φωτιά, ιδίως αν ιδρώνει υπερβολικά. Οι μάρτυρες ακούν έναν χαρακτηριστικό ήχο που μοιάζει με αυτόν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schwitzen

... Ohne zu schwitzen kann er ununterbrochen fünf Purzelbäume machen. ...

... Dicke Menschen schwitzen im Allgemeinen viel. ...

... Wenn ein Politiker sagt: "Wir sitzen alle im selben Boot", heißt das, dass er die Rolle des Kapitäns spielen will, und dass wir beim Rudern schwitzen sollen. ...

Quelle: Esperantostern, xtofu80, al_ex_an_der

Grammatik


ΙΔΡΩΝΩ
I sweat
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ιδρώνωιδρώνουμε, ιδρώνομε
ιδρώνειςιδρώνετε
ιδρώνειιδρώνουν(ε)
Imper
fekt
ίδρωναιδρώναμε
ίδρωνεςιδρώνατε
ίδρωνείδρωναν, ιδρώναν(ε)
Aoristίδρωσαιδρώσαμε
ίδρωσεςιδρώσατε
ίδρωσείδρωσαν, ιδρώσαν(ε)
Per
fect
έχω ιδρώσειέχουμε ιδρώσει
έχεις ιδρώσειέχετε ιδρώσει
έχει ιδρώσειέχουν ιδρώσει
Plu
per
fect
είχα ιδρώσειείχαμε ιδρώσει
είχες ιδρώσειείχατε ιδρώσει
είχε ιδρώσειείχαν ιδρώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ιδρώνωθα ιδρώνουμε, θα ιδρώνομε
θα ιδρώνειςθα ιδρώνετε
θα ιδρώνειθα ιδρώνουν(ε)
Fut
ur
θα ιδρώσωθα ιδρώσουμε, θα ιδρώσομε
θα ιδρώσειςθα ιδρώσετε
θα ιδρώσειθα ιδρώσουν
Fut
ur II
θα έχω ιδρώσειθα έχουμε ιδρώσει
θα έχεις ιδρώσειθα έχετε ιδρώσει
θα έχει ιδρώσειθα έχουν ιδρώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ιδρώνωνα ιδρώνουμε, να ιδρώνομε
να ιδρώνειςνα ιδρώνετε
να ιδρώνεινα ιδρώνουν(ε)
Aoristνα ιδρώσωνα ιδρώσουμε, να ιδρώσομε
να ιδρώσειςνα ιδρώσετε
να ιδρώσεινα ιδρώσουν(ε)
Perfνα έχω ιδρώσεινα έχουμε ιδρώσει
να έχεις ιδρώσεινα έχετε ιδρώσει
να έχει ιδρώσεινα έχουν ιδρώσει
Imper
ativ
Presίδρωνειδρώνετε
Aoristίδρωσειδρώστε, ιδρώσετε
Part
izip
Presιδρώνοντας
Perfέχοντας ιδρώσει, ιδρωμένος, -η, -ο
InfinAoristιδρώσει




Griechische Definition zu ιδρώνω

ιδρώνω [iδróno] Ρ1α μππ. ιδρωμένος : α. (για άνθρ. ή ζώο) εκκρίνω, αποβάλλω από τους πόρους του σώματός μου ιδρώτα: Ίδρωσα από τη ζέστη / από το φόβο μου. Ίδρωσε το άλογο από το τρέξιμο. Mην τρέχεις· θα ιδρώσεις. Mην κάθεσαι στο ρεύμα, γιατί είσαι ιδρωμένος. || ιδρώνω στο πρόσωπο / στις μασχάλες. ΦΡ δεν ιδρώνει τ΄ αυτί μου, δε δίνω καμιά σημασία σε ό,τι ακούω (παρατηρήσεις, απειλές κτλ.). || κάνω κπ. να ιδρώσει. β. (μτφ. για πρόσ.) καταβάλλω μεγάλες και εξαντλητικές προσπάθειες, κοπιάζω, κουράζομαι πολύ: Aν δεν ιδρώσεις, δε μαθαίνεις γράμματα. Iδρώσαμε ώσπου να τα καταφέρουμε. (έκφρ.) ιδρώνω τη φανέλα* μου. || Mε ίδρωσε με την επιμονή του, αλλά στο τέλος τον έπεισα. γ. για πράγματα, όταν στην επιφάνειά τους σχηματίζονται, από μια εσωτερική ή εξωτερική αιτία, σταγονίδια νερού: Iδρώνει το κανάτι, βγάζει σταγόνες νερού από τους πόρους του. Ίδρωσαν τα τζάμια, καλύφτηκαν από υδρατμούς. || (σπάν.) για φυτά που σκεπάζονται από δρόσο.

[μσν. ιδρώνω < αρχ. ἱδρ(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ιδρώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15