θυσιάζω  Verb  [thisiazo, thysiazw]

Ähnliche Bedeutung wie θυσιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze θυσιάζω

... Θυιάδες (βλ.λ.). Το ίδιο το όνομα «Θυία» προέρχεται από το αρχαίο ρήμα θύω = θυσιάζω ή θυμιάζω, καθώς η Θυία ήταν η πρώτη που θυσίασε στον Διόνυσο. Η Θυία ήταν ...

... συμμετείχαν σε παγανιστικές θυσίες (sacrificati, από το Λατ. sacrificare «θυσιάζω»), εκείνοι που πρόσφεραν θυμίαμα ενώπιον ομοιώματος του αυτοκράτορα (thurificati ...

... γκαμπί κάποιο άνοιγμα στο οποίο μια από τις πλευρές, συχνότερα τα λευκά, θυσιάζει υλικό, συνήθως κάποιο πιόνι, με την ελπίδα να επιτύχει καλύτερη ανάπτυξη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze opfern

... Ein solcher Wirtschaftsplan wird die Armen opfern und den Reichen helfen. ...

... Mary war immer noch sauer auf Tom, dass sie sich damals für die Geschlechtsumwandlung opfern musste, als die politische Ächtung von Geschichten über Tom und Jerry aus pseudo-emanzipatorischen Gründen aufkam. ...

... In der einen Hälfte des Lebens opfern wir unsere Gesundheit, um Geld zu erwerben. In der anderen Hälfte opfern wir Geld, um die Gesundheit wiederzuerlangen. ...

Quelle: xtofu80, MUIRIEL, Esperantostern

Grammatik


ΘΥΣΙΑΖΩ
I sacrifice
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θυσιάζωθυσιάζουμε, θυσιάζομεθυσιάζομαιθυσιαζόμαστε
θυσιάζειςθυσιάζετεθυσιάζεσαιθυσιάζεστε, θυσιαζόσαστε
θυσιάζειθυσιάζουν(ε)θυσιάζεταιθυσιάζονται
Imper
fekt
θυσίαζαθυσιάζαμεθυσιαζόμουν(α)θυσιαζόμαστε, θυσιαζόμασταν
θυσίαζεςθυσιάζατεθυσιαζόσουν(α)θυσιαζόσαστε, θυσιαζόσασταν
θυσίαζεθυσίαζαν, θυσιάζαν(ε)θυσιαζόταν(ε)θυσιάζονταν, θυσιαζόντανε, θυσιαζόντουσαν
Aoristθυσίασαθυσιάσαμεθυσιάστηκαθυσιαστήκαμε
θυσίασεςθυσιάσατεθυσιάστηκεςθυσιαστήκατε
θυσίασεθυσίασαν, θυσιάσαν(ε)θυσιάστηκεθυσιάστηκαν, θυσιαστήκανε
Per
fect
έχω θυσιάσει
έχω θυσιασμένο
έχουμε θυσιάσει
έχουμε θυσιασμένο
έχω θυσιαστεί
είμαι θυσιασμένος, -η
έχουμε θυσιαστεί
είμαστε θυσιασμένοι, -ες
έχεις θυσιάσει
έχεις θυσιασμένο
έχετε θυσιάσει
έχετε θυσιασμένο
έχεις θυσιαστεί
είσαι θυσιασμένος, -η
έχετε θυσιαστεί
είστε θυσιασμένοι, -ες
έχει θυσιάσει
έχει θυσιασμένο
έχουν θυσιάσει
έχουν θυσιασμένο
έχει θυσιαστεί
είναι θυσιασμένος, -η, -ο
έχουν θυσιαστεί
είναι θυσιασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα θυσιάσει
είχα θυσιασμένο
είχαμε θυσιάσει
είχαμε θυσιασμένο
είχα θυσιαστεί
ήμουν θυσιασμένος, -η
είχαμε θυσιαστεί
ήμαστε θυσιασμένοι, -ες
είχες θυσιάσει
είχες θυσιασμένο
είχατε θυσιάσει
είχατε θυσιασμένο
είχες θυσιαστεί
ήσουν θυσιασμένος, -η
είχατε θυσιαστεί
ήσαστε θυσιασμένοι, -ες
είχε θυσιάσει
είχε θυσιασμένο
είχαν θυσιάσει
είχαν θυσιασμένο
είχε θυσιαστεί
ήταν θυσιασμένος, -η, -ο
είχαν θυσιαστεί
ήταν θυσιασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θυσιάζωθα θυσιάζουμε, θα θυσιάζομεθα θυσιάζομαιθα θυσιαζόμαστε
θα θυσιάζειςθα θυσιάζετεθα θυσιάζεσαιθα θυσιάζεστε, θα θυσιαζόσαστε
θα θυσιάζειθα θυσιάζουν(ε)θα θυσιάζεταιθα θυσιάζονται
Fut
ur
θα θυσιάσωθα θυσιάσουμε, θα θυσιάσομεθα θυσιαστώθα θυσιαστούμε
θα θυσιάσειςθα θυσιάσετεθα θυσιαστείςθα θυσιαστείτε
θα θυσιάσειθα θυσιάσουν(ε)θα θυσιαστείθα θυσιαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θυσιάσει
θα έχω θυσιασμένο
θα έχουμε θυσιάσει
θα έχουμε θυσιασμένο
θα έχω θυσιαστεί
θα είμαι θυσιασμένος, -η
θα έχουμε θυσιαστεί
θα είμαστε θυσιασμένοι, -ες
θα έχεις θυσιάσει
θα έχεις θυσιασμένο
θα έχετε θυσιάσει
θα έχετε θυσιασμένο
θα έχεις θυσιαστεί
θα είσαι θυσιασμένος, -η
θα έχετε θυσιαστεί
θα είστε θυσιασμένοι, -ες
θα έχει θυσιάσει
θα έχει θυσιασμένο
θα έχουν θυσιάσει
θα έχουν θυσιασμένο
θα έχει θυσιαστεί
θα είναι θυσιασμένος, -η, -ο
θα έχουν θυσιαστεί
θα είναι θυσιασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θυσιάζωνα θυσιάζουμε, να θυσιάζομενα θυσιάζομαινα θυσιαζόμαστε
να θυσιάζειςνα θυσιάζετενα θυσιάζεσαινα θυσιάζεστε, να θυσιαζόσαστε
να θυσιάζεινα θυσιάζουν(ε)να θυσιάζεταινα θυσιάζονται
Aoristνα θυσιάσωνα θυσιάσουμε, να θυσιάσομενα θυσιαστώνα θυσιαστούμε
να θυσιάσειςνα θυσιάσετενα θυσιαστείςνα θυσιαστείτε
να θυσιάσεινα θυσιάσουννα θυσιαστείνα θυσιαστούν(ε)
Perfνα έχω θυσιάσει
να έχω θυσιασμένο
να έχουμε θυσιάσει
να έχουμε θυσιασμένο
να έχω θυσιαστεί
να είμαι θυσιασμένος, -η
να έχουμε θυσιαστεί
να είμαστε θυσιασμένοι, -ες
να έχεις θυσιάσει
να έχεις θυσιασμένο
να έχετε θυσιάσει
να έχετε θυσιασμένο
να έχεις θυσιαστεί
να είσαι θυσιασμένος, -η
να έχετε θυσιαστεί
να είστε θυσιασμένοι, -ες
να έχει θυσιάσει
να έχει θυσιασμένο
να έχουν θυσιάσει
να έχουν θυσιασμένο
να έχει θυσιαστεί
να είναι θυσιασμένος, -η, -ο
να έχουν θυσιαστεί
να είναι θυσιασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθυσίαζεθυσιάζετεθυσιάζεστε
Aoristθυσίασεθυσιάστεθυσιάσουθυσιαστείτε
Part
izip
Presθυσιάζονταςθυσιαζόμενος
Perfέχοντας θυσιάσει, έχοντας θυσιασμένοθυσιασμένος, -η, -οθυσιασμένοι, -ες, -α
InfinAoristθυσιάσειθυσιαστεί




Griechische Definition zu θυσιάζω

θυσιάζω [θisiázo] -ομαι : 1. προσφέρω κτ. ως θυσία, κάνω θυσία: Οι Aρχαίοι Έλληνες θυσίαζαν στους θεούς. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θυσιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15