θεούσα  

  • Frau die sich auf übertriebene Weise mit Gott beschäftigt (z.B.: ständig ihr Kreuz macht)
    upvotedownvote
  • jemand der sich auf übertriebene Weise mit Gott beschäftigt
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... εκδίκηση μιας κυρίας - Μέρος Β Ντίντα Η θεούσα και ο αλήτης - Μέρος Α Η θεούσα και ο αλήτης - Μέρος Β Η θεούσα και ο αλήτης - Μέρος Γ Το διαμάντι του έρωτα ...

... Σολδάτου....Ελένη Λαγού (η όμορφη) Ηρώ Κυριακάκη....Μαρία (η οσία) Λαγού (η θεούσα) Κία Μπόζου....Κατίνα Λαγού (η μελετηρή) Κατερίνα Γιουλάκη....Αλεξάνδρα ...

... "The Prude" - (Η σεμνότυφη) "The Victim" - (Το θύμα) "The Evangelist" - (Η θεούσα) "The Perfectionist" - (Η τελειομανής) https://books.google ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

theusa, theoysa


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ θεούσα θεούσες
Genitiv θεούσας θεουσών
Akkusativ θεούσα θεούσες
Vokativ θεούσα θεούσες
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15