ημερολόγιο  

  • Kalender
    upvotedownvote

Beispielsätze

Ο πατέρας κάθε μέρα τηρεί ημερολόγιο.

Συνήθως κρατάω ημερολόγιο, όταν ταξιδεύω.

Το ημερολόγιο κρέμεται στον τοίχο.

Quelle: glavkos, musiclover, glavkos


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

imerologio, imerolojio, hmerologio


Deutsche Synonyme zu: ημερολόγιο

Kalendarium Jahrweiser Jahresweiser Almanach Kalender Zeitrechnung


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ ημερολόγιο ημερολόγια
Genitiv ημερολογίου ημερολογίων
Akkusativ ημερολόγιο ημερολόγια
Vokativ ημερολόγιο ημερολόγια
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15