ζηλεύω  Verb  [zilevo, zhleyw]

Ähnliche Bedeutung wie ζηλεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ζηλεύω

... τα πλέον γνωστά δικά του τραγούδια ξεχωρίζουν: «Το κλωνάρι της γαζίας», «Ζηλεύω», «Παλιά απόκρια», «Ένα κορίτσι στο λαιμό του» κ.ά. Νέα Εστία, τεύχος 901 ...

... ήταν σύζυγος του Δία, κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Ήταν η θεά του γάμου . Ζήλευε τον άνδρα της Δία για τις απιστίες του προς αυτήν και πολλές φορές εκδικήθηκε ...

... Κρέοντα. Η σύζυγος του Κρέοντα Ευρυδίκη πούλησε τότε την Τισιφόνη ως δούλη, ζηλεύοντας την ομορφιά της. Δεν αντιλήφθηκε ότι ο αγοραστής της Τισιφόνης ήταν άνθρωπος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beneiden

... Wie gern wir uns beneiden lassen, beweist fast jede Ansichtskarte, die wir schreiben. ...

... Was ist das für eine Zeit, in der man die Begrabenen beneiden muss? ...

... Soll ich Tom beneiden oder bemitleiden, wenn er meint, dass ihn etwas reizt? ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik



ΖΗΛΕΥΩ
I envy
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζηλεύωζηλεύουμε, ζηλεύομε
ζηλεύειςζηλεύετε
ζηλεύειζηλεύουν(ε)
Imper
fekt
ζήλευαζηλεύαμε
ζήλευεςζηλεύατε
ζήλευεζήλευαν, ζηλεύαν(ε)
Aoristζήλεψαζηλέψαμε
ζήλεψεςζηλέψατε
ζήλεψεζήλεψαν, ζηλέψαν(ε)
Per
fect
έχω ζηλέψειέχουμε ζηλέψει
έχεις ζηλέψειέχετε ζηλέψει
έχει ζηλέψειέχουν ζηλέψει
Plu
per
fect
είχα ζηλέψειείχαμε ζηλέψει
είχες ζηλέψειείχατε ζηλέψει
είχε ζηλέψειείχαν ζηλέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζηλεύωθα ζηλεύουμε, θα ζηλεύομε
θα ζηλεύειςθα ζηλεύετε
θα ζηλεύειθα ζηλεύουν(ε)
Fut
ur
θα ζηλέψωθα ζηλέψουμε, θα ζηλέψομε
θα ζηλέψειςθα ζηλέψετε
θα ζηλέψειθα ζηλέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζηλέψειθα έχουμε ζηλέψει
θα έχεις ζηλέψειθα έχετε ζηλέψει
θα έχει ζηλέψειθα έχουν ζηλέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζηλεύωνα ζηλεύουμε, να ζηλεύομε
να ζηλεύειςνα ζηλεύετε
να ζηλεύεινα ζηλεύουν(ε)
Aoristνα ζηλέψωνα ζηλέψουμε, να ζηλέψομε
να ζηλέψειςνα ζηλέψετε
να ζηλέψεινα ζηλέψουν(ε)
Perfνα έχω ζηλέψεινα έχουμε ζηλέψει
να έχεις ζηλέψεινα έχετε ζηλέψει
να έχει ζηλέψεινα έχουν ζηλέψει
Imper
ativ
Presζήλευεζηλεύετε
Aoristζήλεψεζηλέψτε, ζηλεύτε
Part
izip
Presζηλεύοντας
Perfέχοντας ζηλέψει
InfinAoristζηλέψει






Griechische Definition zu ζηλεύω

ζηλεύω [zilévo] -ομαι στη σημ. 2 μππ. ζηλεμένος* : 1. αισθάνομαι μικρή ή μεγάλη επιθυμία να αποκτήσω και εγώ κτ. που αποτελεί κτήμα, ιδιότητα, προσόν κτλ. άλλων: Tι ζήλεψες, να σου το δώσω. Zήλεψε και πήγε ν΄ αγοράσει κι αυτή το ίδιο φόρεμα. Tο μόνο που δε ζήλεψα ήταν το χρήμα. || Είδα κάτι ωραίες φράουλες και τις ζήλεψα, τις λιμπίστηκα, τις λαχτάρησα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ζηλεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15