εφιστώ  Verb  [efisto, efistw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie εφιστώ

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΕΦΙΣΤΩ
I draw attention to
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εφιστώεφιστούμε
εφιστάςεφιστάτε
εφιστάεφιστούν(ε)
Imper
fekt
εφιστούσαεφιστούσαμε
εφιστούσεςεφιστούσατε
εφιστούσεεφιστούσαν(ε)
Aoristεπέστησαεπιστήσαμε
επέτησεςεπιστήσατε
επέστησεεπέστησαν, επιστήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω επιστήσειέχουμε επιστήσει
έχεις επιστήσειέχετε επιστήσει
έχει επιστήσειέχουν επιστήσει
Plu
perf
ekt
είχα επιστήσειείχαμε επιστήσει
είχες επιστήσειείχατε επιστήσει
είχε επιστήσειείχαν επιστήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εφιστώθα εφιστούμε
θα εφιστάςθα εφιστάτε
θα εφιστάθα εφιστούν(ε)
Fut
ur
θα επιστήσωθα επιστήσουμε, θα επιστήσομε
θα επιστήσειςθα επιστήσετε
θα επιστήσειθα επιστήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επιστήσειθα έχουμε επιστήσει
θα έχεις επιστήσειθα έχετε επιστήσει
θα έχει επιστήσειθα έχουν επιστήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εφιστώνα εφιστούμε
να εφιστάςνα εφιστάτε
να εφιστάνα εφιστούν(ε)
Aoristνα επιστήσωνα επιστήσουμε, να επιστήσομε
να επιστήσειςνα επιστήσετε
να επιστήσεινα επιστήσουν(ε)
Perfνα έχω επιστήσεινα έχουμε επιστήσει
να έχεις επιστήσεινα έχετε επιστήσει
να έχει επιστήσεινα έχουν επιστήσει
Imper
ativ
Presεφιστάτε
Aoristεφίστησεεπιστήστε, επιστήσετε
Part
izip
Presεφιστώντας
Perfέχοντας επιστήσει
InfinAoristεπιστήσει


Griechische Definition zu εφιστώ

εφιστώ [efistó] .1α αόρ. επέστησα, απαρέμφ. επιστήσει : μόνο στην εκφορά εφιστώ την προσοχή κάποιου σε κτ., κάνω κπ. να προσέξει κτ., να δώσει σημασία σε κτ.: Tου επέστησα την προσοχή στις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει. Θα ήθελα να σου επιστήσω την προσοχή σε δύο σημεία του κειμένου.

[λόγ. < ελνστ. ἐφιστῶ `κεντρίζω την προσοχή΄ (αρχ. ἐφίστημι `τοποθετώ΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εφιστώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15