ερωτεύομαι  Verb  [erotevome, erwteyomai]

Ähnliche Bedeutung wie ερωτεύομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ερωτεύομαι

... αποκτούν μετά από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο γιος του πιστού συμβούλου του βασιλιά, Ερωτόκριτος. Επειδή δεν μπορεί ...

... Σύμφωνα με τον μύθο, όταν χτυπούσε με τα βέλη του δύο ανθρώπους, αυτοί ερωτεύονταν παράφορα.Ο Έρως χαρακτηρίζεται ανίκητος στην τραγωδία Αντιγόνη. Σύμφωνα ...

... γέλιο. Ερωτεύεται συχνά νεότερες του, όπως τη Χριστίνα, την ψυχολόγο του τμήματος, με την οποία συνάπτει σχέση, αλλά και στο επεισόδιο 17 ερωτεύεται τον ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich verlieben in

... Happy Gilmore (Alternativtitel: Happy Gilmore – Ein Champ zum Verlieben) ist eine Filmkomödie aus dem Jahr 1996 von Regisseur Dennis Dugan. Die Hauptrolle ...

... Ein Vater zum Verlieben in der Internet Movie Database (englisch) Ein Vater zum Verlieben auf ard.de Ein Vater zum Verlieben. In: Lexikon des internationalen ...

... Rezept zum Verlieben in der Internet Movie Database (englisch) Rezept zum Verlieben bei Rotten Tomatoes (englisch) Rezept zum Verlieben bei Metacritic ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ
I love
Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ερωτεύομαιερωτευόμαστε
ερωτεύεσαιερωτεύεστε, ερωτευόσαστε
ερωτεύεταιερωτεύονται
Imper
fekt
ερωτευόμουν(α)ερωτευόμαστε, ερωτευόμασταν
ερωτευόσουν(α)ερωτευόσαστε, ερωτευόσασταν
ερωτευόταν(ε)ερωτεύονταν, ερωτευόντανε, ερωτευόντουσαν
Aoristερωτεύτηκαερωτευτήκαμε
ερωτεύτηκεςερωτευτήκατε
ερωτεύτηκεερωτεύτηκαν, ερωτευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ερωτευτείέχουμε ερωτευτεί
έχεις ερωτευτείέχετε ερωτευτεί
έχει ερωτευτείέχουν ερωτευτεί
Plu
per
fect
είχα ερωτευτείείχαμε ερωτευτεί
είχες ερωτευτείείχατε ερωτευτεί
είχε ερωτευτείείχαν ερωτευτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ερωτεύομαιθα ερωτευόμαστε
θα ερωτεύεσαιθα ερωτεύεστε, θα ερωτευόσαστε
θα ερωτεύεταιθα ερωτεύονται
Fut
ur
θα ερωτευτώθα ερωτευτούμε
θα ερωτευτείςθα ερωτευτείτε
θα ερωτευτείθα ερωτευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ερωτευτείθα έχουμε ερωτευτεί
θα έχεις ερωτευτείθα έχετε ερωτευτεί
θα έχει ερωτευτείθα έχουν ερωτευτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ερωτεύομαινα ερωτευόμαστε
να ερωτεύεσαινα ερωτεύεστε, να ερωτευόσαστε
να ερωτεύεταινα ερωτεύονται
Aoristνα ερωτευτώνα ερωτευτούμε
να ερωτευτείςνα ερωτευτείτε
να ερωτευτείνα ερωτευτούν(ε)
Perfνα έχω ερωτευτείνα έχουμε ερωτευτεί
να έχεις ερωτευτείνα έχετε ερωτευτεί
να έχει ερωτευτείνα έχουν ερωτευτεί
Imper
ativ
Presερωτεύεστε
Aoristερωτέψουερωτευτείτε
Part
izip
Pres
Perfερωτευμένος, -η, -οερωτευμένοι, -ες, -α
InfinAoristερωτευτεί


Griechische Definition zu ερωτεύομαι

ερωτεύομαι [erotévome] .1β : 1.αισθάνομαι έρωτα: Mόλις του χαμογελάσει κάποια, την ερωτεύεται. Tον ερωτεύτηκε τρελά. Tον έκανε να την ερωτευθεί. Είναι ερωτευμένος / ερωτευμένη. Δεν ερωτεύτηκε εμένα, την προίκα μου / τα λεφτά μου ερωτεύτηκε. || (συνήθ. πληθ.): Γνωρίστηκαν σε ένα χορό, ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Kρατιούνται από το χέρι σαν ερωτευμένοι. || (επέκτ.): Ερωτευμένη καρδιά. Ερωτευμένα μάτια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ερωτεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15