{ο}  ερωδιός  Subst.  [erodios, erothios, erwdios]

Ähnliche Bedeutung wie ερωδιός

Noch keine Synonyme

Grammatik




Singular

Plural

Nominativ der Reiher

die Reiher

Genitiv des Reihers

der Reiher

Dativ dem Reiher

den Reihern

Akkusativ den Reiher

die Reiher



Griechische Definition zu ερωδιός

ερωδιός ο [eroδiós] : ονομασία μεγαλόσωμων πτηνών, τα οποία έχουν ψηλά πόδια, μακρύ λαιμό λυγισμένο σε σχήμα τελικού σίγμα, ίσιο μακρύ και κωνικό ράμφος, ζουν κοντά σε ρηχά νερά και τρέφονται κυρίως με ψάρια.

[λόγ. < αρχ. ἐρῳδιός]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ερωδιός

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15