επιβιώνω  

  • ich überlebe
    upvotedownvote
  • überleben
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... συνέγραψε την αυτοβιογραφία του, γνωστή ως Res Gestae Divi Augusti, η οποία επιβιώνει ως τις μέρες μας. Μετά τον θάνατό του το 14 μ.Χ. η Σύγκλητος του απέδωσε ...

... συμμετέχει συνολικά σε έξι με επτά εκστρατείες, με την προϋπόθεση βέβαια να επιβίωνε. Οι απελεύθεροι και οι σκλάβοι (όπου κι αν διέμεναν), αλλά και οι κάτοικοι ...

... επηρεάζει το ένα το άλλο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί και να επιβιώνει με κάποιο τρόπο ως σταθερό σύνολο. Συστηματική Συστηματική ταξινόμηση ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

epiviono, epibiwnw


Deutsche Synonyme zu: επιβιώνω

überstehen über den Berg kommen durchstehen überleben gewachsen sein bleiben durchhalten fortbestehen (sich) behaupten erhalten bleiben standhalten weiter bestehen fortdauern fortleben (sich) halten weiterbestehen überdauern seinen Mann stehen dicke Bretter bohren (sich) gewachsen zeigen (sein) Auskommen haben (sich) den Lebensunterhalt verdienen (sich) über Wasser halten (sich seine) Brötchen verdienen (mit) durchkommen (es) schaffen am Leben bleiben (etwas) überstehen


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
επιβιώσει
μετοχή (ενεστώτας)
επιβιώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας επιβιώνω επιβιώνεις επιβιώνει επιβιώνο(υ)με επιβιώνετε επιβιώνουν(ε)
παρατατικός επιβίωνα επιβίωνες επιβίωνε επιβιώναμε επιβιώνατε επιβίωναν, επιβιώναν(ε)
αόριστος επιβίωσα επιβίωσες επιβίωσε επιβιώσαμε επιβιώσατε επιβίωσαν, επιβιώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα επιβιώνω θα επιβιώνεις θα επιβιώνει θα επιβιώνο(υ)με θα επιβιώνετε θα επιβιώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα επιβιώσω θα επιβιώσεις θα επιβιώσει θα επιβιώσο(υ)με θα επιβιώσετε θα επιβιώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω επιβιώσει έχεις επιβιώσει έχει επιβιώσει έχο(υ)με επιβιώσει έχετε επιβιώσει έχουν(ε) επιβιώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα επιβιώσει είχες επιβιώσει είχε επιβιώσει είχαμε επιβιώσει είχατε επιβιώσει είχαν(ε) επιβιώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω επιβιώσει θα έχεις επιβιώσει θα έχει επιβιώσει θα έχο(υ)με επιβιώσει θα έχετε επιβιώσει θα έχουν(ε) επιβιώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να επιβιώνω να επιβιώνεις να επιβιώνει να επιβιώνο(υ)με να επιβιώνετε να επιβιώνουν(ε)
αόριστος να επιβιώσω να επιβιώσεις να επιβιώσει να επιβιώσο(υ)με να επιβιώσετε να επιβιώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω επιβιώσει να έχεις επιβιώσει να έχει επιβιώσει να έχο(υ)με επιβιώσει να έχετε επιβιώσει να έχουν(ε) επιβιώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας επιβίωνε επιβιώνετε
αόριστος επιβίωσε επιβιώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15