επαναστατώ  Verb  [epanastato, epanastatw]

Ähnliche Bedeutung wie επαναστατώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze επαναστατώ

... απλά Τσε, ήταν Αργεντινός γιατρός, κομμουνιστής Μαρξιστής-Λενινιστής επαναστάτης, ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών στην Κούβα και πολιτικός. Συμμετείχε ...

... Ζανζιβάρης και της κυρίως αραβικής κυβέρνησής του από ντόπιους Αφρικανούς επαναστάτες. Η Ζανζιβάρη, ένα εθνικώς ανάμικτο κράτος αποτελούμενο από διάφορα νησιά ...

... Το Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα-Τροτσκιστές, γνωστό και με το ακρωνύμιο Ε.Ε.Κ., είναι ένα τροτσκιστικό - κομμουνιστικό κόμμα. Ιδρύθηκε το 1985 και αποτελεί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufbegehren

... Unter einer Revolte versteht man ein Aufbegehren, einen Aufruhr oder einen Aufstand von Menschen. Im Gegensatz zur Revolution steht der Begriff der ...

... Entstehung in den 1940er-Jahren drückte sie literarisch verarbeitetes Aufbegehren gegen verkrustete Strukturen der US-Gesellschaft aus. Die erste Phase ...

... Bibelstelle Inhalt Ex 1,1–2,22 Israels Unterdrückung, Moses Aufbegehren Ex 2,23–6,1 Israels Unterdrückung, Gottes Initiative Ex 6,2–13,22 Israels Auszug ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩ
I revolt
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επαναστατώεπαναστατούμε
επαναστατείςεπαναστατείτε
επαναστατείεπαναστατούν(ε)
Imper
fekt
επαναστατούσαεπαναστατούσαμε
επαναστατούσεςεπαναστατούσατε
επαναστατούσεεπαναστατούσαν(ε)
Aoristεπαναστάτησαεπαναστατήσαμε
επαναστάτησεςεπαναστατήσατε
επαναστάτησεεπαναστάτησαν, επαναστατήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω επαναστατήσειέχουμε επαναστατήσει
έχεις επαναστατήσειέχετε επαναστατήσει
έχει επαναστατήσειέχουν επαναστατήσει
Plu
perf
ekt
είχα επαναστατήσειείχαμε επαναστατήσει
είχες επαναστατήσειείχατε επαναστατήσει
είχε επαναστατήσειείχαν επαναστατήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επαναστατώθα επαναστατούμε
θα επαναστατείςθα επαναστατείτε
θα επαναστατείθα επαναστατούν(ε)
Fut
ur
θα επαναστατήσωθα επαναστατήσουμε
θα επαναστατήσειςθα επαναστατήσετε
θα επαναστατήσειθα επαναστατήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επαναστατήσειθα έχουμε επαναστατήσει
θα έχεις επαναστατήσειθα έχετε επαναστατήσει
θα έχει επαναστατήσειθα έχουν επαναστατήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επαναστατώνα επαναστατούμε
να επαναστατείςνα επαναστατείτε
να επαναστατείνα επαναστατούν(ε)
Aoristνα επαναστατήσωνα επαναστατήσουμε, να επαναστατήσομε
να επαναστατήσειςνα επαναστατήσετε
να επαναστατήσεινα επαναστατήσουν(ε)
Perfνα έχω επαναστατήσεινα έχουμε επαναστατήσει
να έχεις επαναστατήσεινα έχετε επαναστατήσει
να έχει επαναστατήσεινα έχουν επαναστατήσει
Imper
ativ
Presεπαναστατείτε
Aoristεπαναστάτησεεπαναστατήστε, επαναστατήσετε
Part
izip
Presεπαναστατώντας
Perfέχοντας επαναστατήσει
InfinAoristεπαναστατήσει






Griechische Definition zu επαναστατώ

επαναστατώ [epanastató] .9α μππ. επαναστατημένος : 1α.εξεγείρομαι με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας και την πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών (πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών κτλ.): Tο 1821 οι Έλληνες επαναστάτησαν και απέκτησαν την ανεξαρτησία τους. Ο επαναστατημένος λαός ανέτρεψε τον τύραννο. Επαναστάτησαν οι δούλοι / οι εξαθλιωμένοι αγρότες. || (σπάν.) κάνω κπ. να επαναστατήσει: Ο Λυκούργος Λογοθέτης επαναστάτησε τη Xίο. β. αντί για στασιάζω, κάνω κίνημα ή πραξικόπημα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επαναστατώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15