επαινώ  Verb  [epeno, epainw]

Ähnliche Bedeutung wie επαινώ


Beispielsätze επαινώ

... έργο εξέπληξε δυσάρεστα και προκάλεσε αμηχανία και οι εφημερίδες που επαινούσαν τον μεγαλύτερο Έλληνα ποιητή μετά το θάνατό του, δεν έγραψαν τίποτα για ...

... για πρώτη φορά στις 15 Ιουνίου 1994, αποσπώντας θετικές κριτικές, που επαινούσαν την ταινία για τη μουσική της, την ιστορία της και το σχεδιασμό της. Τελείωσε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze loben

... Wir loben die gute alte Zeit, leben aber in unserer. ...

... Man sollte ihn loben aber nicht beweihräuchern! ...

... Alle loben seine Gemälde. ...

Quelle: MUIRIEL, Manfredo, Bellinger

Grammatik


ΕΠΑΙΝΩ
I praise
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επαινώεπαινούμεεπαινούμαιεπαινούμαστε
επαινείςεπαινείτεεπαινείσαιεπαινείστε
επαινείεπαινούν(ε)επαινείταιεπαινούνται
Imper
fekt
επαινούσαεπαινούσαμεεπαινούμουνεπαινούμαστε
επαινούσεςεπαινούσατε
επαινούσεεπαινούσαν(ε)επαινούνταν, επαινείτοεπαινούνταν, επαινούντο
Aoristεπαίνεσαεπαινέσαμεεπαινέθηκαεπαινεθήκαμε
επαίνεσεςεπαινέσατεεπαινέθηκεςεπαινεθήκατε
επαίνεσεεπαίνεσαν, επαινέσαν(ε)επαινέθηκεεπαινέθηκαν, επαινεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω επαινέσει
έχω επαινεμένο
έχουμε επαινέσει
έχουμε επαινεμένο
έχω επαινεθεί
είμαι επαινεμένος, -η
έχουμε επαινεθεί
είμαστε επαινεμένοι, -ες
έχεις επαινέσει
έχεις επαινεμένο
έχετε επαινέσει
έχετε επαινεμένο
έχεις επαινεθεί
είσαι επαινεμένος, -η
έχετε επαινεθεί
είστε επαινεμένοι, -ες
έχει επαινέσει
έχει επαινεμένο
έχουν επαινέσει
έχουν επαινεμένο
έχει επαινεθεί
είναι επαινεμένος, -η, -ο
έχουν επαινεθεί
είναι επαινεμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα επαινέσει
είχα επαινεμένο
είχαμε επαινέσει
είχαμε επαινεμενο
είχα επαινεθεί
ήμουν επαινεμένος, -η
είχαμε επαινεθεί
ήμαστε επαινεμένοι, -ες
είχες επαινέσει
είχες επαινεμένο
είχατε επαινέσει
είχατε επαινεμένο
είχες επαινεθεί
έσουν επαινεμένος, -η
είχατε επαινεθεί
έσαστε επαινεμένοι, -ες
είχε επαινέσει
είχε επαινεμένο
είχαν επαινέσει
είχαν επαινεμένο
είχε επαινεθεί
ήταν επαινεμένος, -η, -ο
είχαν επαινεθεί
ήταν επαινεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επαινώθα επαινούμεθα επαινούμαιθα επαινούμαστε
θα επαινείςθα επαινείτεθα επαινείσαιθα επαινείστε
θα επαινείθα επαινούν(ε)θα επαινείταιθα επαινούνται
Fut
ur
θα επαινέσωθα επαινέσουμε, θα επαινέσομεθα επαινεθώθα επαινεθούμε
θα επαινέσειςθα επαινέσετεθα επαινεθείςθα επαινεθείτε
θα επαινέσειθα επαινέσουν(ε)θα επαινεθείθα επαινεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επαινέσει
θα έχω επαινεμένο
θα έχουμε επαινέσει
θα έχουμε επαινεμένο
θα έχω επαινεθεί
θα είμαι επαινεμένος, -η
θα έχουμε επαινεθεί
θα είμαστε επαινεμένοι, -ες
θα έχεις επαινέσει
θα έχεις επαινεμένο
θα έχετε επαινέσει
θα έχετε επαινεμένο
θα έχεις επαινεθεί
θα είσαι επαινεμένος, -η
θα έχετε επαινεθεί
θα είστε επαινεμένοι, -η
θα έχει επαινέσει
θα έχει επαινεμένο
θα έχουν επαινέσει
θα έχουν επαινεμένο
θα έχει επαινεθεί
θα είναι επαινεμένος, -η, -ο
θα έχουν επαινεθεί
θα είναι επαινεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επαινώνα επαινούμενα επαινούμαινα επαινούμαστε
να επαινείςνα επαινείτενα επαινείσαινα επαινείστε
να επαινείνα επαινούν(ε)να επαινείταινα επαινούνται
Aoristνα επαινέσωνα επαινέσουμε, να επαινέσομενα επαινεθώνα επαινεθούμε
να επαινέσειςνα επαινέσετενα επαινεθείςνα επαινεθείτε
να επαινέσεινα επαινέσουν(ε)να επαινεθείνα επαινεθούν(ε)
Perfνα έχω επαινέσει
να έχω επαινεμένο
να έχουμε επαινέσει
να έχουμε επαινεμένο
να έχω επαινεθεί
να είμαι επαινεμένος, -η
να έχουμε επαινεθεί
να είμαστε επαινεμενοι, -ες
να έχεις επαινέσει
να έχεις επαινεμένο
να έχετε επαινέσει
να έχετε επαινεμένο
να έχεις επαινεθεί
να είσαι επαινεμένος, -η
να έχετε επαινεθεί
να είστε επαινεμένοι, -ες
να έχει επαινέσει
να έχει επαινεμένο
να έχουν επαινέσει
να έχουν επαινεμένο
να έχει επαινεθεί
να είναι επαινεμένος, -η, -ο
να έχουν επαινεθεί
να είναι επαινεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεπαινείτεεπαινείστε
Aoristεπαίνεσεεπαινέστε, επαινέσετεεπαινέσουεπαινεθείτε
Part
izip
Presεπαινώνταςεπαινούμενος
Perfέχοντας επαινέσει, έχοντας επαινεμένοεπαινεμένος/διηρημένος, -η, -οεπαινεμένοι/διηρημένοι, -ες, -α
InfinAoristεπαινέσειεπαινεθεί



Person Wortform
Präsens ich lobe
du lobst
er, sie, es lobt
Präteritum ich lobte
Konjunktiv II ich lobte
Imperativ Singular lobe!
lob!
Plural lobt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelobt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:loben


Griechische Definition zu επαινώ

επαινώ [epenó] -ούμαι παθ. αόρ. επαινέθηκα, απαρέμφ. επαινεθεί : εκφράζω επιδοκιμασία για κπ. ή για κτ. συνήθ. με στόχο την ηθική του ικανοποίηση. ANT ψέγω: επαινώ κπ. για την τιμιότητά του. Επαινεί την εργατικότητα των υπαλλήλων του αλλά δεν την επιβραβεύει. Οι καλές πράξεις επαινούνται από όλους, δυστυχώς όμως δε βρίσκουν μιμητές.

[λόγ. < αρχ. ἐπαινῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu επαινώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15