επαίνω Verb  [epeno, epainw]

Noch keine Übersetzung :(

Du suchst nach einem Wort oder einer Übersetzung?

Wir helfen dir gerne in unserem Forum: Greeklex Forum!


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu επαίνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
επαινώεπαινούμεεπαινούμαιεπαινούμαστε
επαινείςεπαινείτεεπαινείσαιεπαινείστε
επαινείεπαινούν(ε)επαινείταιεπαινούνται
Imper
fekt
επαινούσαεπαινούσαμεεπαινούμουνεπαινούμαστε
επαινούσεςεπαινούσατε
επαινούσεεπαινούσαν(ε)επαινούνταν, επαινείτοεπαινούνταν, επαινούντο
Aoristεπαίνεσαεπαινέσαμεεπαινέθηκαεπαινεθήκαμε
επαίνεσεςεπαινέσατεεπαινέθηκεςεπαινεθήκατε
επαίνεσεεπαίνεσαν, επαινέσαν(ε)επαινέθηκεεπαινέθηκαν, επαινεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω επαινέσει
έχω επαινεμένο
έχουμε επαινέσει
έχουμε επαινεμένο
έχω επαινεθεί
είμαι επαινεμένος, -η
έχουμε επαινεθεί
είμαστε επαινεμένοι, -ες
έχεις επαινέσει
έχεις επαινεμένο
έχετε επαινέσει
έχετε επαινεμένο
έχεις επαινεθεί
είσαι επαινεμένος, -η
έχετε επαινεθεί
είστε επαινεμένοι, -ες
έχει επαινέσει
έχει επαινεμένο
έχουν επαινέσει
έχουν επαινεμένο
έχει επαινεθεί
είναι επαινεμένος, -η, -ο
έχουν επαινεθεί
είναι επαινεμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα επαινέσει
είχα επαινεμένο
είχαμε επαινέσει
είχαμε επαινεμενο
είχα επαινεθεί
ήμουν επαινεμένος, -η
είχαμε επαινεθεί
ήμαστε επαινεμένοι, -ες
είχες επαινέσει
είχες επαινεμένο
είχατε επαινέσει
είχατε επαινεμένο
είχες επαινεθεί
έσουν επαινεμένος, -η
είχατε επαινεθεί
έσαστε επαινεμένοι, -ες
είχε επαινέσει
είχε επαινεμένο
είχαν επαινέσει
είχαν επαινεμένο
είχε επαινεθεί
ήταν επαινεμένος, -η, -ο
είχαν επαινεθεί
ήταν επαινεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα επαινώθα επαινούμεθα επαινούμαιθα επαινούμαστε
θα επαινείςθα επαινείτεθα επαινείσαιθα επαινείστε
θα επαινείθα επαινούν(ε)θα επαινείταιθα επαινούνται
Fut
ur
θα επαινέσωθα επαινέσουμε, θα επαινέσομεθα επαινεθώθα επαινεθούμε
θα επαινέσειςθα επαινέσετεθα επαινεθείςθα επαινεθείτε
θα επαινέσειθα επαινέσουν(ε)θα επαινεθείθα επαινεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω επαινέσει
θα έχω επαινεμένο
θα έχουμε επαινέσει
θα έχουμε επαινεμένο
θα έχω επαινεθεί
θα είμαι επαινεμένος, -η
θα έχουμε επαινεθεί
θα είμαστε επαινεμένοι, -ες
θα έχεις επαινέσει
θα έχεις επαινεμένο
θα έχετε επαινέσει
θα έχετε επαινεμένο
θα έχεις επαινεθεί
θα είσαι επαινεμένος, -η
θα έχετε επαινεθεί
θα είστε επαινεμένοι, -η
θα έχει επαινέσει
θα έχει επαινεμένο
θα έχουν επαινέσει
θα έχουν επαινεμένο
θα έχει επαινεθεί
θα είναι επαινεμένος, -η, -ο
θα έχουν επαινεθεί
θα είναι επαινεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να επαινώνα επαινούμενα επαινούμαινα επαινούμαστε
να επαινείςνα επαινείτενα επαινείσαινα επαινείστε
να επαινείνα επαινούν(ε)να επαινείταινα επαινούνται
Aoristνα επαινέσωνα επαινέσουμε, να επαινέσομενα επαινεθώνα επαινεθούμε
να επαινέσειςνα επαινέσετενα επαινεθείςνα επαινεθείτε
να επαινέσεινα επαινέσουν(ε)να επαινεθείνα επαινεθούν(ε)
Perfνα έχω επαινέσει
να έχω επαινεμένο
να έχουμε επαινέσει
να έχουμε επαινεμένο
να έχω επαινεθεί
να είμαι επαινεμένος, -η
να έχουμε επαινεθεί
να είμαστε επαινεμενοι, -ες
να έχεις επαινέσει
να έχεις επαινεμένο
να έχετε επαινέσει
να έχετε επαινεμένο
να έχεις επαινεθεί
να είσαι επαινεμένος, -η
να έχετε επαινεθεί
να είστε επαινεμένοι, -ες
να έχει επαινέσει
να έχει επαινεμένο
να έχουν επαινέσει
να έχουν επαινεμένο
να έχει επαινεθεί
να είναι επαινεμένος, -η, -ο
να έχουν επαινεθεί
να είναι επαινεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεπαινείτεεπαινείστε
Aoristεπαίνεσεεπαινέστε, επαινέσετεεπαινέσουεπαινεθείτε
Part
izip
Presεπαινώνταςεπαινούμενος
Perfέχοντας επαινέσει, έχοντας επαινεμένοεπαινεμένος/διηρημένος, -η, -οεπαινεμένοι/διηρημένοι, -ες, -α
InfinAoristεπαινέσειεπαινεθεί



Griechische Definition zu επαίνω

επαινώ [epenó] -ούμαι παθ. αόρ. επαινέθηκα, απαρέμφ. επαινεθεί : εκφράζω επιδοκιμασία για κπ. ή για κτ. συνήθ. με στόχο την ηθική του ικανοποίηση. ANT ψέγω: επαίνω κπ. για την τιμιότητά του. Επαινεί την εργατικότητα των υπαλλήλων του αλλά δεν την επιβραβεύει. Οι καλές πράξεις επαινούνται από όλους, δυστυχώς όμως δε βρίσκουν μιμητές.

[λόγ. < αρχ. ἐπαινῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback