εννέα    [ennea]

(3717)

Etymologie zu εννέα

ΔΦΑ : /ɛ.ˈnɛ.a/


GriechischDeutsch
Η δεύτερη διευκόλυνση ρευστότητας τον Ιούλιο 2008, η οποία δεν έχει διατεθεί ακόμη, παρείχε σε διάστημα εννέα μηνών (Φεβρουάριος έως Οκτώβριος 2008) πλεονέκτημα [> 200] μονάδων βάσης.Die zweite, bislang noch nicht gezogene Liquiditätslinie vom Juli 2008 gewährte entsprechend bei einem Zeitraum von neun Monaten (Februar bis Oktober 2008) einen Vorteil von [> 200] Basispunkten.
Τα μητρώα αυτά είναι διαθέσιμα εντός εννέα μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης.Diese Register müssen innerhalb von neun Monaten nach Inkrafttreten dieser Entscheidung zur Verfügung stehen.
Η […] (ως εκπρόσωπος των εννέα τραπεζών που χορήγησαν δάνειο ύψους σχεδόν […] στην AES-Tisza Erőmű Kft.) υποστηρίζει ότι «[η] χρηματοδότηση στηριζόταν κυρίως στην ύπαρξη της ΜΠΣ και των άλλων εγγράφων του Έργου (π.χ. συμφωνία προμήθειας καυσίμων).Die […] (als Vertreterin der neun Banken, die der AES-Tisza Erőmű Kft nahezu […] gewährten) behauptet, dass „(…) die Finanzierung hauptsächlich auf dem Bestehen der PPA bzw. der anderen einschlägigen Dokumente des Projekts (z. B. Vereinbarung über Brennstoffversorgung) basierte.
από τις ακόλουθες τράπεζες που παρείχαν χρηματοδότηση στους ηλεκτροπαραγωγούς: η […] Bank, εκπρόσωπος των δώδεκα τραπεζών που χορήγησαν δάνειο στην Csepeli Áramtermelő Kft., και η […] Bank, εκπρόσωπος των εννέα τραπεζών που χορήγησαν δάνειο στην AES-Tisza Erőmű Kft.·von den folgenden finanzierenden Banken: […] Bank, Vertreterin der zwölf Banken, die der Csepeli Áramtermelő Kft. Anleihen gewährten, sowie […] Bank, die Vertreterin der neun Banken, die der AES-Tisza Erőmű Kft.
(πρόσθετος κωδικός TARIC A 310), αναστέλλεται για χρονικό διάστημα εννέα μηνών., produzierten Glyphosats (TARIC-Zusatzcode A 310) ausgeweitet wurde, wird für einen Zeitraum von neun Monaten ausgesetzt.

Synonyme zu εννέα

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie εννέα

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu εννέα

Deutsche Synonyme zu εννέα

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu εννέα.



Griechische Definition zu εννέα

εννέα, αριθμητ.· εννία· εννιά· ’νιά.

Εννιά:
(Προδρ. IV χφ P 248-38 κριτ. υπ.), (Καραβ. 49311).
[αρχ. αριθμητ. εννέα. Η λ. και ο τ. ιά και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback