ελεγκτικός -ή -ό Adj.  [elegktikos -i -o, elegktikos -h -o]

  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme

Grammatik

  • ελεγκτικός (maskulin)
  • ελεγκτική (feminin)
  • ελεγκτικό (neutrum)


Griechische Definition zu ελεγκτικός -ή -ό

ελεγκτικός -ή -ό [eleŋgtikós] : σχετικός με τον έλεγχο, αρμόδιος, εντεταλμένος να ασκεί έλεγχο: Ελεγκτικά όργανα της διοίκησης. Ελεγκτικό συμβούλιο. Ελεγκτική επιτροπή, επιτροπή ελέγχου. || (ειδ.): Ελεγκτικό Συνέδριο, διοικητική αρχή, με δικαστική δομή και οργάνωση, που ελέγχει τη διαχείριση των δημόσιων προσόδων. || (ως ουσ.) η ελεγκτική, κλάδος της οικονομικής επιστήμης που μελετά τις αρχές και τους κανόνες που πρέπει να διέπουν τους οικονομικούς ελέγχους.

[λόγ. < αρχ. ἐλεγκτικός `που ερευνά, που έχει κριτική διάθεση΄ κατά την αλλ. της σημ. του ρ. ελέγχω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback