εκπίπτω  Verb  [ekpipto, ekpiptw]

Ähnliche Bedeutung wie εκπίπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εκπίπτω

... μετά τον «δούκα»(δουξ > κατεπάνω > στρατηγός), ενώ αργότερα ο «κατεπάνω» εκπίπτει στο ισοδύναμο ενός «κόμητος», όντας ενίοτε απλά τοποτηρητής στο όνομα του ...

... χαρακτηριστικό, είναι λείος, ροζ-γκρι και με στίγματα, τα οποία εκπίπτουν κάθε χρόνο. Τα φύλλα επίσης εκπίπτουν κάθε χειμώνα, μετά από μια θεαματική παράσταση εναλλαγής ...

... οποία βάσει του νόμου υπολογίζονται για την μείωση του εισοδήματος ή εκπίπτουν από τον φόρο, όπως τιμολόγια ιατρών, μισθώματα, ασφαλιστικές εισφορές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abgesetzt werden

... im Design der New Yorker Polizei. Im November 2010 wurde die Stuntshow abgesetzt. → Hauptartikel: Bavaria Film → siehe auch: Constantin Film Seit 2010 ...

... Einsatz erfolgt. Der Notruf kann über verschiedene Kommunikationskanäle abgesetzt werden, gewöhnlich telefonisch, aber auch über Rufsäulen, Funk und Seenotsignale ...

... Fernsehserie. Sie wurde nach einer Staffel durch den ausstrahlenden Sender abgesetzt. Die Synchronisation der Serie wurde bei der Arena Synchron nach Dialogbüchern ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΚΠΙΠΤΩ
(I fall out)
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εκπίπτω, pefto">πέφτωεκπίπτουμε, εκπίπτομε
εκπίπτειςεκπίπτετε
εκπίπτειεκπίπτουν(ε)
Imper
fekt
εξέπιπταεκπίπταμε
εξέπιπτεςεκπίπτατε
εξέπιπτεεξέπιπταν, εκπίπταν(ε)
Aoristεξέπεσαεκπέσαμε
εξέπεσεςεκπέσατε
εξέπεσεεξέπεσαν, εκπέσαν(ε)
Per
fect
έχω εκπέσειέχουμε εκπέσει
έχεις εκπέσειέχετε εκπέσει
έχει εκπέσειέχουν εκπέσει
Plu
per
fect
είχα εκπέσειείχαμε εκπέσει
είχες εκπέσειείχατε εκπέσει
είχε εκπέσειείχαν εκπέσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εκπίπτωθα εκπίπτουμε, θα εκπίπτομε
θα εκπίπτειςθα εκπίπτετε
θα εκπίπτειθα εκπίπτουν(ε)
Fut
ur
θα εκπέσωθα εκπέσουμε, θα εκπέσομε
θα εκπέσειςθα εκπέσετε
θα εκπέσειθα εκπέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εκπέσειθα έχουμε εκπέσει
θα έχεις εκπέσειθα έχετε εκπέσει
θα έχει εκπέσειθα έχουν εκπέσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εκπίπτωνα εκπίπτουμε, να εκπίπτομε
να εκπίπτειςνα εκπίπτετε
να εκπίπτεινα εκπίπτουν(ε)
Aoristνα εκπέσωνα εκπέσουμε, να εκπέσομε
να εκπέσειςνα εκπέσετε
να εκπέσεινα εκπέσουν(ε)
Perfνα έχω εκπέσεινα έχουμε εκπέσει
να έχεις εκπέσεινα έχετε εκπέσει
να έχει εκπέσεινα έχουν εκπέσει
Imper
ativ
Presεκπίπτετε
Aorist(έκπεσε)εκπέστε
Part
izip
Presεκπίπτοντας
Perfέχοντας εκπέσει
InfinAoristεκπέσει


Griechische Definition zu εκπίπτω

εκπίπτω [ekpípto] Ρ αόρ. εξέπεσα, απαρέμφ. εκπέσει : (λόγ.) α. (για πρόσ.) χάνω μια υψηλή θέση, ένα αξίωμα: Έχει εκπέσει από το βουλευτικό αξίωμα. || (νομ.) χάνω δικαίωμα: Ο οφειλέτης που δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά δικαιώματά του. H μητέρα καλείται αυτοδικαίως στην επιτροπεία του τέκνου, αν ο πατέρας εξέπεσε από την πατρική εξουσία. β. χάνω την ηθική αξία, το ηθικό κύρος μου: Zούμε σε μια εποχή παρακμής, όπου όλα, αξίες, αρχές, ιδανικά, έχουν εκπέσει απελπιστικά. γ. (για χρηματικά ποσά) αφαιρούμαι από το τελικό ποσό ενός λογαριασμού: Aπό το ολικό χρέος εκπίπτει ποσοστό 8%. Οι δαπάνες για ιατρική περίθαλψη εκπίπτουν από το συνολικό ετήσιο εισόδημα και δε φορολογούνται. δ. (γραμμ.) για φθόγγο ή για συλλαβή που, κατά την εκφορά λέξης, αποσιωπάται, που παθαίνει έκπτωση.

[λόγ. < αρχ. ἐκπίπτω (δ: σημδ. γερμ. ausfallen)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκπίπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15