{η}  εκκλησία  Subst.  [ekklisia, ekklhsia]


Beispielsätze εκκλησία

... Αυτή η μίζερη παλιά εκκλησία είναι το παλαιότερο κτίριο στην χώρα μας. ...

... Όταν ήμουν νέος, πήγαινα στην εκκλησία όλες τις κυριακές. ...

... Πηγαίναμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. ...

Quelle: giannis4, babisT, musiclover


Beispielsätze Kirche

... Sogar Leute, die nicht an die katholische Kirche glauben, verehren den Papst als ein symbolisches Oberhaupt. ...

... Die neulichen Skandale, in die Messdiener und religiöse Oberhäupter verwickelt waren, haben den Glauben, den die Leute in die Kirche haben, unterminiert. ...

... Wir konnten das Läuten einer nahegelegenen Kirche hören. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, lilygilder


Griechische Definition zu εκκλησία

εκκλησία η [ekdivsía] : I1. το σύνολο, η κοινωνία των χριστιανών όλων των εποχών: H εκκλησία είναι το μυστικό σώμα του Xριστού. H εκκλησία είναι θεοσύστατο ίδρυμα και όχι ανθρώπινο επινόημα. Στρατευομένη εκκλησία, των χριστιανών που βρίσκονται στη ζωή. Θριαμβεύουσα εκκλησία, των νεκρών χριστιανών. H εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική και αποστολική. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εκκλησία

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15