ειρωνεύομαι  Verb  [ironevome, eirwneyomai]

Ähnliche Bedeutung wie ειρωνεύομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ειρωνεύομαι

... εκδικήθηκε, γράφοντας την περίφημη σάτιρά του Αποκολοκύνθωσις, όπου τον ειρωνεύεται . Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 9Α, σ. 235 εκδοτική Αθηνών ...

... Έτσι αν και ο Δημήτρης Ψαθάς θέλει να κρατήσει ίσες αποστάσεις και ενώ ειρωνεύεται τον αντικομμουνισμό του ατάλαντου και υπερτιμημένου ποιητή Φανφάρα-μέσα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ironisch sein

... Ironisch steht für: einen ossetischen Dialekt, siehe Ossetische Sprache das Adjektiv zu Ironie ...

... Verhalten von Helikopter-Eltern nicht mit übermäßiger Kontrolle verbunden sein muss. Verwöhnung besteht darin, dem Kind (oder dem Partner) Belastungen und ...

... Herrschaft über einen Clan von Zwergen. Er erhält von Odin den Auftrag, sein entlaufenes „Hündchen“, den Fenriswolf, wieder einzufangen. Zu diesem Zweck ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΙΡΩΝΕΥΟΜΑΙ
I mock
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ειρωνεύομαιειρωνευόμαστε
ειρωνεύεσαιειρωνεύεστε, ειρωνευόσαστε
ειρωνεύεταιειρωνεύονται
Imper
fekt
ειρωνευόμουν(α)ειρωνευόμαστε
ειρωνευόσουν(α)ειρωνευόσαστε
ειρωνευόταν(ε)ειρωνεύονταν
Aoristειρωνεύτηκα, ειρωνεύθηκαειρωνευτήκαμε, ειρωνευθήκαμε
ειρωνεύτηκες, ειρωνεύθηκεςειρωνευτήκατε, ειρωνευθήκατε
ειρωνεύτηκε, ειρωνεύθηκεειρωνεύτηκαν, ειρωνευθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ειρωνευτεί/ειρωνευθείέχουμε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
έχεις ειρωνευτεί/ειρωνευθείέχετε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
έχει ειρωνευτεί/ειρωνευθείέχουν ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
Plu
per
fect
είχα ειρωνευτεί/ειρωνευθείείχαμε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
είχες ειρωνευτεί/ειρωνευθείείχατε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
είχε ειρωνευτεί/ειρωνευθείείχαν ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ειρωνεύομαιθα ειρωνευόμαστε
θα ειρωνεύεσαιθα ειρωνεύεστε, θα ειρωνευόσαστε
θα ειρωνεύεταιθα ειρωνεύονται
Fut
ur
θα ειρωνευτώ, θα ειρωνευθώθα ειρωνευτούμε, θα ειρωνευθούμε
θα ειρωνευτείς, θα ειρωνευθείςθα ειρωνευτείτε, θα ειρωνευθείτε
θα ειρωνευτεί, θα ειρωνευθείθα ειρωνευτούν(ε), θα ειρωνευθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ειρωνευτεί/ειρωνευθείθα έχουμε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
θα έχεις ειρωνευτεί/ειρωνευθείθα έχετε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
θα έχει ειρωνευτεί/ειρωνευθείθα έχουν ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ειρωνεύομαινα ειρωνευόμαστε
να ειρωνεύεσαινα ειρωνεύεστε, να ειρωνευόσαστε
να ειρωνεύεταινα ειρωνεύονται
Aoristνα ειρωνευτώ, να ειρωνευθώνα ειρωνευτούμε, να ειρωνευθούμε
να ειρωνευτείς, να ειρωνευθείςνα ειρωνευτείτε, να ειρωνευθείτε
να ειρωνευτεί, να ειρωνευθείνα ειρωνευτούν(ε), να ειρωνευθούν(ε)
Perfνα έχω ειρωνευτεί/ειρωνευθείνα έχουμε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
να έχεις ειρωνευτεί/ειρωνευθείνα έχετε ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
να έχει ειρωνευτεί/ειρωνευθείνα έχουν ειρωνευτεί/ειρωνευθεί
Imper
ativ
Presειρωνεύεστε
Aoristειρωνεύσου, ειρωνέψουειρωνευτείτε, ειρωνευθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristειρωνευτεί, ειρωνευθεί


Griechische Definition zu ειρωνεύομαι

ειρωνεύομαι [ironévome] .1β : κοροϊδεύω, περιπαίζω, χλευάζω κπ., (ή τα λεγόμενα, τις αδυναμίες κτλ. κάποιου) λέγοντας κτ. λίγο ή πολύ διαφορετικό από αυτό που σκέφτομαι ή αισθάνομαι, ή προσποιούμενος άγνοια: Mιλάς σοβαρά ή με ειρωνεύεσαι; Tόλμησε στ΄ αλήθεια να αμφισβητήσει το τάλαντό σας; απόρησε, ειρωνευόμενος τη ματαιοδοξία του.

[λόγ. < αρχ. εἰρωνεύομαι `προσποιούμαι άγνοια΄, ελνστ. σημ.: `σαρκάζω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ειρωνεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15