ειδησεογραφικός -ή -ό  Adj.  [idiseografikos -i -o, idiseorrafikos -i -o, ithiseografikos -i -o, eidhseografikos -h -o]

Ähnliche Bedeutung wie ειδησεογραφικός -ή -ό

Noch keine Synonyme

Grammatik

  • ο ειδησεογραφικός (maskulin)
  • η ειδησεογραφική (feminin)
  • το ειδησεογραφικό (neutrum)

Griechische Definition zu ειδησεογραφικός -ή -ό

ειδησεογραφικός -ή -ό [iδiseoγrafikós] : που αφορά την ειδησεογραφία: Ειδησεογραφική δεοντολογία. Ειδησεογραφικό πρακτορείο, πρακτορείο ειδήσεων.

[λόγ. ειδησεογραφ(ία) -ικός]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ειδησεογραφικός -ή -ό

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15