δυστυχώ  Verb  [disticho, thisticho, dystyxw]

Ähnliche Bedeutung wie δυστυχώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu δυστυχώ

δυστυχώς


Beispielsätze δυστυχώ

... αριθμοί, ενώ εκείνοι που τελειώνουν σε κάποιον άλλον, ονομάζονται δυστυχής αριθμοί. Oι δυστυχείς αριθμοί καταλήγουν πάντα στον αριθμό 4, ενώ ο ίδιος ο 4 οδηγεί ...

... αντίθεση με τους γονείς του Έρεβος και Νυξ (Νύχτα), που συνδέονταν με την δυστυχία. Από τον Αιθέρα και την Ημέρα σύμφωνα με κάποιους αρχαίους μύθους γεννήθηκε ...

... παραλία στην άλλη. Απέκτησε συνεκδοχικά και το «προνόμιο» να προλέγει τη δυστυχία. Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο Γλαύκος ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Ναΐδας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze in Armut geraten

... Kleidung, Nahrung, Wohnung und Erhaltung des Lebens. Da in diesem Sinne von Armut betroffenen Menschen in der Regel die (beispielsweise finanziellen) Mittel ...

... Der Begriff der relativen Armut bezeichnet Armut im Vergleich zum jeweiligen sozialen (auch staatlichen, sozialgeographischen) Umfeld eines Menschen. ...

... Depression in Armut geraten waren. Dafür griff er auf Daten einer Längsschnittstudie der University of California, Berkeley zurück. Anscheinend hatte Armut auf ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΔΥΣΤΥΧΩ
I am unhappy
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δυστυχώδυστυχούμε
δυστυχείςδυστυχείτε
δυστυχείδυστυχούν(ε)
Imper
fekt
δυστυχούσαδυστυχούσαμε
δυστυχούσεςδυστυχούσατε
δυστυχούσεδυστυχούσαν(ε)
Aoristδυστύχησαδυστυχήσαμε
δυστύχησεςδυστυχήσατε
δυστύχησεδυστύχησαν, δυστυχήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω δυστυχήσειέχουμε δυστυχήσει
έχεις δυστυχήσειέχετε δυστυχήσει
έχει δυστυχήσειέχουν δυστυχήσει
Plu
perf
ekt
είχα δυστυχήσειείχαμε δυστυχήσει
είχες δυστυχήσειείχατε δυστυχήσει
είχε δυστυχήσειείχαν δυστυχήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δυστυχώθα δυστυχούμε
θα δυστυχείςθα δυστυχείτε
θα δυστυχείθα δυστυχούν(ε)
Fut
ur
θα δυστυχήσωθα δυστυχήσουμε
θα δυστυχήσειςθα δυστυχήσετε
θα δυστυχήσειθα δυστυχήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δυστυχήσειθα έχουμε δυστυχήσει
θα έχεις δυστυχήσειθα έχετε δυστυχήσει
θα έχει δυστυχήσειθα έχουν δυστυχήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δυστυχώνα δυστυχούμε
να δυστυχείςνα δυστυχείτε
να δυστυχείνα δυστυχούν(ε)
Aoristνα δυστυχήσωνα δυστυχήσουμε, να δυστυχήσομε
να δυστυχήσειςνα δυστυχήσετε
να δυστυχήσεινα δυστυχήσουν(ε)
Perfνα έχω δυστυχήσεινα έχουμε δυστυχήσει
να έχεις δυστυχήσεινα έχετε δυστυχήσει
να έχει δυστυχήσεινα έχουν δυστυχήσει
Imper
ativ
Presδυστυχείτε
Aoristδυστύχησεδυστυχήστε, δυστυχήσετε
Part
izip
Presδυστυχώντας
Perfδυστυχισμένος, -η, -οδυστυχισμένοι, -ες, -α
έχοντας δυστυχήσει
InfinAoristδυστυχήσει


Griechische Definition zu δυστυχώ

δυστυχώ [δistixó] .9α μππ. δυστυχισμένος* : είμαι δυστυχισμένος, ζω ζωή δυστυχισμένη. ANT ευτυχώ: Στα χρόνια της εχθρικής κατοχής η πατρίδα μας δυστυχούσε. Δυστύχησε στο γάμο της, έκανε ένα δυστυχισμένο γάμο. || (ειδικότ.) είμαι δυστυχισμένος εξαιτίας πολύ μεγάλης φτώχειας. ANT ευημερώ: Έμεινε άνεργος και η οικογένειά του δυστυχεί.

[λόγ. < αρχ. δυστυχῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δυστυχώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15