διαμαρτύρομαι  Verb  [diamartirome, thiamartirome, diamartyromai]

Ähnliche Bedeutung wie διαμαρτύρομαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαμαρτύρομαι

... Παρίσι πρίγκηπα Α. Σούτσο επιστολή με την οποία, με εθνική αγανάκτηση, διαμαρτύρεται και του ζητά να προβεί σε σχετικά διαβήματα στη γαλλική κυβέρνηση, για ...

... όπως στην Ολλανδία και την Πολωνία όπου επίσκοποι και ιερείς είχαν διαμαρτυρηθεί για τις απελάσεις των Εβραίων, τα μέλη του κλήρου είτε απειλήθηκαν με ...

... συναντήσεως με την επιτροπή κατοίκων Ανατολικής Μακεδονίας, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για βάναυση συμπεριφορά Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον τους, ότι «Εάν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze protestieren

... "Soll ich protestieren oder soll ich einen Kompromiss eingehen?" - "Vielleicht sollst du protestieren und einen Kompromiss eingehen." ...

... Es kommt vor, dass manche Abgeordnete im ersten und zweiten Wahlgang ihre Stimme nicht dem Kandidaten der eigenen Partei oder Koalition geben, weil sie diese Gelegenheit nutzen wollen, um gegen etwas zu protestieren oder jemanden abzustrafen. Im dritten Wahlgang handeln sie dann wieder gemäß der Parteidisziplin und der Kandidat erhält letzten Endes genügend Stimmen. ...

... Wären sie selbst nicht die Ersten, die fürchterlich protestieren würden? ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ
I protest
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαμαρτύρομαι, (diamarturo">διαμαρτυρώ)διαμαρτυρόμαστε
διαμαρτύρεσαιδιαμαρτύρεστε, διαμαρτυρόσαστε
διαμαρτύρεταιδιαμαρτύρονται
Imper
fekt
διαμαρτυρόμουν(α)διαμαρτυρόμαστε, διαμαρτυρόμασταν
διαμαρτυρόσουν(α)διαμαρτυρόσαστε, διαμαρτυρόσασταν
διαμαρτυρόταν(ε)διαμαρτύρονταν, διαμαρτυρόντανε, διαμαρτυρόντουσαν
Aoristδιαμαρτυρήθηκαδιαμαρτυρηθήκαμε
διαμαρτυρήθηκεςδιαμαρτυρηθήκατε
διαμαρτυρήθηκεδιαμαρτυρήθηκαν, διαμαρτυρηθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαμαρτυρηθείέχουμε διαμαρτυρηθεί
έχεις διαμαρτυρηθείέχετε διαμαρτυρηθεί
έχει διαμαρτυρηθείέχουν διαμαρτυρηθεί
Plu
per
fect
είχα διαμαρτυρηθείείχαμε διαμαρτυρηθεί
είχες διαμαρτυρηθείείχατε διαμαρτυρηθεί
είχε διαμαρτυρηθείείχαν διαμαρτυρηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαμαρτύρομαιθα διαμαρτυρόμαστε
θα διαμαρτύρεσαιθα διαμαρτύρεστε, θα διαμαρτυρόσαστε
θα διαμαρτύρεταιθα διαμαρτύρονται
Fut
ur
θα διαμαρτυρηθώθα διαμαρτυρηθούμε
θα διαμαρτυρηθείςθα διαμαρτυρηθείτε
θα διαμαρτυρηθείθα διαμαρτυρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαμαρτυρηθείθα έχουμε διαμαρτυρηθεί
θα έχεις διαμαρτυρηθείθα έχετε διαμαρτυρηθεί
θα έχει διαμαρτυρηθείθα έχουν διαμαρτυρηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαμαρτύρομαινα διαμαρτυρόμαστε
να διαμαρτύρεσαινα διαμαρτύρεστε, να διαμαρτυρόσαστε
να διαμαρτύρεταινα διαμαρτύρονται
Aoristνα διαμαρτυρηθώνα διαμαρτυρηθούμε
να διαμαρτυρηθείςνα διαμαρτυρηθείτε
να διαμαρτυρηθείνα διαμαρτυρηθούν(ε)
Perfνα έχω διαμαρτυρηθείνα έχουμε διαμαρτυρηθεί
να έχεις διαμαρτυρηθείνα έχετε διαμαρτυρηθεί
να έχει διαμαρτυρηθείνα έχουν διαμαρτυρηθεί
Imper
ativ
Presδιαμαρτύρεστε
Aoristδιαμαρτυρήσουδιαμαρτυρηθείτε
Part
izip
Presδιαμαρτυρόμενος
Perf
InfinAoristδιαμαρτυρηθεί




Griechische Definition zu διαμαρτύρομαι

διαμαρτύρομαι [δiamartírome] Ρ9β : 1. εκδηλώνω με λόγια ή με έργα την αντίθεση, την αποδοκιμασία ή την άρνησή μου για κτ., το οποίο με αφορά και συνήθ. θεωρείται άδικο ή παράνομο: «διαμαρτύρομαι, κύριε πρόεδρε», είπε κι έφυγε από τη συνεδρίαση. Ο λαός διαμαρτύρεται για τη βαριά φορολογία. Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης αποχώρησαν από τη βουλή διαμαρτυρόμενοι για τη στάση του προέδρου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαμαρτύρομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15