διαμαρτυρώ  Verb  [diamartiro, thiamartiro, diamartyrw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie διαμαρτυρώ

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΩ
I protest
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαμαρτυρώδιαμαρτυρούμεdiamarturomai">διαμαρτυρούμαιδιαμαρτυρούμαστε
διαμαρτυρείςδιαμαρτυρείτεδιαμαρτυρείσαιδιαμαρτυρείστε
διαμαρτυρείδιαμαρτυρούν(ε)διαμαρτυρείταιδιαμαρτυρούνται
Imper
fekt
διαμαρτυρούσαδιαμαρτυρούσαμεδιαμαρτυρούμουνδιαμαρτυρούμαστε
διαμαρτυρούσεςδιαμαρτυρούσατε
διαμαρτυρούσεδιαμαρτυρούσαν(ε)διαμαρτυρούνταν, διαμαρτυρείτοδιαμαρτυρούνταν, διαμαρτυρούντο
Aoristδιαμαρτύρησαδιαμαρτυρήσαμεδιαμαρτυρήθηκαδιαμαρτυρηθήκαμε
διαμαρτύρησεςδιαμαρτυρήσατεδιαμαρτυρήθηκεςδιαμαρτυρηθήκατε
διαμαρτύρησεδιαμαρτύρησαν, διαμαρτυρήσαν(ε)διαμαρτυρήθηκεδιαμαρτυρήθηκαν, διαμαρτυρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω διαμαρτυρήσει
έχω διαμαρτυρημένο
έχουμε διαμαρτυρήσει
έχουμε διαμαρτυρημένο
έχω διαμαρτυρηθεί
είμαι διαμαρτυρημένος, -η
έχουμε διαμαρτυρηθεί
είμαστε διαμαρτυρημένοι, -ες
έχεις διαμαρτυρήσει
έχεις διαμαρτυρημένο
έχετε διαμαρτυρήσει
έχετε διαμαρτυρημένο
έχεις διαμαρτυρηθεί
είσαι διαμαρτυρημένος, -η
έχετε διαμαρτυρηθεί
είστε διαμαρτυρημένοι, -ες
έχει διαμαρτυρήσει
έχει διαμαρτυρημένο
έχουν διαμαρτυρήσει
έχουν διαμαρτυρημένο
έχει διαμαρτυρηθεί
είναι διαμαρτυρημένος, -η, -ο
έχουν διαμαρτυρηθεί
είναι διαμαρτυρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα διαμαρτυρήσει
είχα διαμαρτυρημένο
είχαμε διαμαρτυρήσει
είχαμε διαμαρτυρημένο
είχα διαμαρτυρηθεί
ήμουν διαμαρτυρημένος, -η
είχαμε διαμαρτυρηθεί
ήμαστε διαμαρτυρημένοι, -ες
είχες διαμαρτυρήσει
είχες διαμαρτυρημένο
είχατε διαμαρτυρήσει
είχατε διαμαρτυρημένο
είχες διαμαρτυρηθεί
ήσουν διαμαρτυρημένος, -η
είχατε διαμαρτυρηθεί
ήσαστε διαμαρτυρημένοι, -ες
είχε διαμαρτυρήσει
είχε διαμαρτυρημένο
είχαν διαμαρτυρήσει
είχαν διαμαρτυρημένο
είχε διαμαρτυρηθεί
ήταν διαμαρτυρημένος, -η, -ο
είχαν διαμαρτυρηθεί
ήταν διαμαρτυρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαμαρτυρώθα διαμαρτυρούμεθα διαμαρτυρούμαιθα διαμαρτυρούμαστε
θα διαμαρτυρείςθα διαμαρτυρείτεθα διαμαρτυρείσαιθα διαμαρτυρείστε
θα διαμαρτυρείθα διαμαρτυρούν(ε)θα διαμαρτυρείταιθα διαμαρτυρούνται
Fut
ur
θα διαμαρτυρήσωθα διαμαρτυρήσουμεθα διαμαρτυρηθώθα διαμαρτυρηθούμε
θα διαμαρτυρήσειςθα διαμαρτυρήσετεθα διαμαρτυρηθείςθα διαμαρτυρηθείτε
θα διαμαρτυρήσειθα διαμαρτυρήσουν(ε)θα διαμαρτυρηθείθα διαμαρτυρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαμαρτυρήσει
θα έχω διαμαρτυρημένο
θα έχουμε διαμαρτυρήσει
θα έχουμε διαμαρτυρημένο
θα έχω διαμαρτυρηθεί
θα είμαι διαμαρτυρημένος, -η
θα έχουμε διαμαρτυρηθεί
θα είμαστε διαμαρτυρημένοι, -ες
θα έχεις διαμαρτυρήσει
θα έχεις διαμαρτυρημένο
θα έχετε διαμαρτυρήσει
θα έχετε διαμαρτυρημένο
θα έχεις διαμαρτυρηθεί
θα είσαι διαμαρτυρημένος, -η
θα έχετε διαμαρτυρηθεί
θα είστε διαμαρτυρημένοι, -η
θα έχει διαμαρτυρήσει
θα έχει διαμαρτυρημένο
θα έχουν διαμαρτυρήσει
θα έχουν διαμαρτυρημένο
θα έχει διαμαρτυρηθεί
θα είναι διαμαρτυρημένος, -η, -ο
θα έχουν διαμαρτυρηθεί
θα είναι διαμαρτυρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαμαρτυρώνα διαμαρτυρούμενα διαμαρτυρούμαινα διαμαρτυρούμαστε
να διαμαρτυρείςνα διαμαρτυρείτενα διαμαρτυρείσαινα διαμαρτυρείστε
να διαμαρτυρείνα διαμαρτυρούν(ε)να διαμαρτυρείταινα διαμαρτυρούνται
Aoristνα διαμαρτυρήσωνα διαμαρτυρήσουμε, να διαμαρτυρήσομενα διαμαρτυρηθώνα διαμαρτυρηθούμε
να διαμαρτυρήσειςνα διαμαρτυρήσετενα διαμαρτυρηθείςνα διαμαρτυρηθείτε
να διαμαρτυρήσεινα διαμαρτυρήσουν(ε)να διαμαρτυρηθείνα διαμαρτυρηθούν(ε)
Perfνα έχω διαμαρτυρήσει
να έχω διαμαρτυρημένο
να έχουμε διαμαρτυρήσει
να έχουμε διαμαρτυρημένο
να έχω διαμαρτυρηθεί
να είμαι διαμαρτυρημένος, -η
να έχουμε διαμαρτυρηθεί
να είμαστε διαμαρτυρημένοι, -ες
να έχεις διαμαρτυρήσει
να έχεις διαμαρτυρημένο
να έχετε διαμαρτυρήσει
να έχετε διαμαρτυρημένο
να έχεις διαμαρτυρηθεί
να είσαι διαμαρτυρημένος, -η
να έχετε διαμαρτυρηθεί
να είστε διαμαρτυρημένοι, -ες
να έχει διαμαρτυρήσει
να έχει διαμαρτυρημένο
να έχουν διαμαρτυρήσει
να έχουν διαμαρτυρημένο
να έχει διαμαρτυρηθεί
να είναι διαμαρτυρημένος, -η, -ο
να έχουν διαμαρτυρηθεί
να είναι διαμαρτυρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιαμαρτυρείτεδιαμαρτυρείστε
Aoristδιαμαρτύρησεδιαμαρτυρήστε, διαμαρτυρήσετεδιαμαρτυρήσουδιαμαρτυρηθείτε
Part
izip
Presδιαμαρτυρώντας
Perfέχοντας διαμαρτυρήσει, έχοντας διαμαρτυρημένοδιαμαρτυρημένος, -η, -οδιαμαρτυρημένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαμαρτυρήσειδιαμαρτυρηθεί


Griechische Definition zu διαμαρτυρώ

διαμαρτυρώ [δiamartiró] -ούμαι : κάνω διαμαρτύρηση: Διαμαρτυρημένη συναλλαγματική. Διαμαρτυρημένο γραμμάτιο. Aν το γραμμάτιο διαμαρτυρηθεί, θα πληρώσεις διαμαρτυρικά. || (προφ.): Θα το διαμαρτυρήσω το γραμμάτιο, αν δε με πληρώσεις.

[λόγ. < αρχ. διαμαρτυρῶ `ασκώ νομική αμφισβήτηση΄ σημδ. γαλλ. protester]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαμαρτυρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15