διαβλέπω  Verb  [diavlepo, thiavlepo, diablepw]

Ähnliche Bedeutung wie διαβλέπω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ahnen

... Während einige sagen, dass das nur Minuten dauern wird, ahnen andere, dass es Monate dauern kann. ...

... Den Gästen mundet das Essen in Toms Taverne offenbar, doch die ahnen auch nicht, wie es da in der Küche aussieht. ...

... Das hätte ich ahnen können. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, raggione

Grammatik


ΔΙΑΒΛΕΠΩ
I discern
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαβλέπωδιαβλέπουμε, διαβλέπομε
διαβλέπειςδιαβλέπετε
διαβλέπειδιαβλέπουν(ε)
Imper
fekt
διέβλεπαδιαβλέπαμε
διέβλεπεςδιαβλέπατε
διέβλεπεδιέβλεπαν, διαβλέπανε
Aoristδιέβλεψα, διείδαδιαβλέψαμε, διείδαμε
διέβλεψες, διείδεςδιαβλέψατε, διείδατε
διέβλεψε, διείδεδιέβλεψαν, διαβλέψαν(ε), διείδαν(ε)
Per
fect
έχω διαβλέψειέχουμε διαβλέψει
έχεις διαβλέψειέχετε διαβλέψει
έχει διαβλέψειέχουν διαβλέψει
Plu
per
fect
είχα διαβλέψειείχαμε διαβλέψει
είχες διαβλέψειείχατε διαβλέψει
είχε διαβλέψειείχαν διαβλέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαβλέπωθα διαβλέπουμε, θα διαβλέπομε
θα διαβλέπειςθα διαβλέπετε
θα διαβλέπειθα διαβλέπουν(ε)
Fut
ur
θα διαβλέψωθα διαβλέψουμε, διαβλέψομε
θα διαβλέψείςθα διαβλέψετε
θα διαβλέψειθα διαβλέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαβλέψειθα έχουμε διαβλέψει
θα έχεις διαβλέψειθα έχετε διαβλέψει
θα έχει διαβλέψειθα έχουν διαβλέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαβλέπωνα διαβλέπουμε, να διαβλέπομε
να διαβλέπειςνα διαβλέπετε
να διαβλέπεινα διαβλέπουν(ε)
Aoristνα διαβλέψωνα διαβλέψουμε/διαβλέψομε
να διαβλέψειςνα διαβλέψετε
να διαβλέψεινα διαβλέψουν(ε)
Perfνα έχω διαβλέψεινα έχουμε διαβλέψει
να έχεις διαβλέψεινα έχετε διαβλέψει
να έχει διαβλέψεινα έχουν διαβλέψει
Imper
ativ
Presδιάβλεπεδιαβλέπετε
Aoristδιάβλεψεδιαβλέψετε
Part
izip
Presδιαβλέποντας
Perfέχοντας διαβλέψει
InfinAoristδιαβλέψει



Person Wortform
Präsens ich ahne
du ahnst
er, sie, es ahnt
Präteritum ich ahnte
Konjunktiv II ich ahnte
Imperativ Singular ahne!
Plural ahnt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geahnt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ahnen


Griechische Definition zu διαβλέπω

διαβλέπω [δiavlépo] Ρ αόρ. διέβλεψα και διείδα, απαρέμφ. διαβλέψει : διακρίνω κτ. πριν να συμβεί ή πριν να εκδηλωθεί πλήρως, με βάση ορισμένες ενδείξεις ή / και με προσεκτική και οξυδερκή παρατήρηση: διαβλέπω κινδύνους / ύποπτους σκοπούς. Διέβλεψε / διείδε την πορεία των γεγονότων / των εξελίξεων.

[λόγ. < αρχ. διαβλέπω `βλέπω καθαρά΄ σημδ. γαλλ. entrevoir ή γερμ. durchsehen, durchschauen]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαβλέπω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15