διαιρώ  Verb  [diero, thiero, diairw]

Ähnliche Bedeutung wie διαιρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαιρώ

... Στην επιστήμη των υπολογιστών, διαίρει και βασίλευε (divide and conquer, D&C) είναι μέθοδος επίλυσης προβλημάτων. Το πρόβλημα διαιρείται σε μικρότερα ...

... μέση-Κρητιδική, 85 εκατομμύρια χρόνια πριν.Τα Πρωτεύοντα παραδοσιακά διαιρούνται σε δύο μεγάλες ομάδες: τους προσιμιίδες και τους σιμιίδες. Οι προσιμιίδες ...

... Η έκφραση «διαίρει και βασίλευε» μπορεί να σημαίνει: Τη λατινική έκφραση Divide et impera. Τη μέθοδο επίλυσης προβλημάτων που χρησιμοποιείται στην επιστήμη ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΔΙΑΙΡΩ
I divide
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαιρώδιαιρούμεδιαιρούμαιδιαιρούμαστε
διαιρείςδιαιρείτεδιαιρείσαιδιαιρείστε
διαιρείδιαιρούν(ε)διαιρείταιδιαιρούνται
Imper
fekt
διαιρούσαδιαιρούσαμεδιαιρούμουνδιαιρούμαστε
διαιρούσεςδιαιρούσατε
διαιρούσεδιαιρούσαν(ε)διαιρούνταν, διαιρείτοδιαιρούνταν, διαιρούντο
Aoristδιαίρεσαδιαιρέσαμεδιαιρέθηκαδιαιρεθήκαμε
διαίρεσεςδιαιρέσατεδιαιρέθηκεςδιαιρεθήκατε
διαίρεσεδιαίρεσαν, διαιρέσαν(ε)διαιρέθηκεδιαιρέθηκαν, διαιρεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω διαιρέσει
έχω διαιρεμένο
έχουμε διαιρέσει
έχουμε διαιρεμένο
έχω διαιρεθεί
είμαι διαιρεμένος, -η
έχουμε διαιρεθεί
είμαστε διαιρεμένοι, -ες
έχεις διαιρέσει
έχεις διαιρεμένο
έχετε διαιρέσει
έχετε διαιρεμένο
έχεις διαιρεθεί
είσαι διαιρεμένος, -η
έχετε διαιρεθεί
είστε διαιρεμένοι, -ες
έχει διαιρέσει
έχει διαιρεμένο
έχουν διαιρέσει
έχουν διαιρεμένο
έχει διαιρεθεί
είναι διαιρεμένος, -η, -ο
έχουν διαιρεθεί
είναι διαιρεμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα διαιρέσει
είχα διαιρεμένο
είχαμε διαιρέσει
είχαμε διαιρεμενο
είχα διαιρεθεί
ήμουν διαιρεμένος, -η
είχαμε διαιρεθεί
ήμαστε διαιρεμένοι, -ες
είχες διαιρέσει
είχες διαιρεμένο
είχατε διαιρέσει
είχατε διαιρεμένο
είχες διαιρεθεί
έσουν διαιρεμένος, -η
είχατε διαιρεθεί
έσαστε διαιρεμένοι, -ες
είχε διαιρέσει
είχε διαιρεμένο
είχαν διαιρέσει
είχαν διαιρεμένο
είχε διαιρεθεί
ήταν διαιρεμένος, -η, -ο
είχαν διαιρεθεί
ήταν διαιρεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαιρώθα διαιρούμεθα διαιρούμαιθα διαιρούμαστε
θα διαιρείςθα διαιρείτεθα διαιρείσαιθα διαιρείστε
θα διαιρείθα διαιρούν(ε)θα διαιρείταιθα διαιρούνται
Fut
ur
θα διαιρέσωθα διαιρέσουμε, θα διαιρέσομεθα διαιρεθώθα διαιρεθούμε
θα διαιρέσειςθα διαιρέσετεθα διαιρεθείςθα διαιρεθείτε
θα διαιρέσειθα διαιρέσουν(ε)θα διαιρεθείθα διαιρεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαιρέσει
θα έχω διαιρεμένο
θα έχουμε διαιρέσει
θα έχουμε διαιρεμένο
θα έχω διαιρεθεί
θα είμαι διαιρεμένος, -η
θα έχουμε διαιρεθεί
θα είμαστε διαιρεμένοι, -ες
θα έχεις διαιρέσει
θα έχεις διαιρεμένο
θα έχετε διαιρέσει
θα έχετε διαιρεμένο
θα έχεις διαιρεθεί
θα είσαι διαιρεμένος, -η
θα έχετε διαιρεθεί
θα είστε διαιρεμένοι, -η
θα έχει διαιρέσει
θα έχει διαιρεμένο
θα έχουν διαιρέσει
θα έχουν διαιρεμένο
θα έχει διαιρεθεί
θα είναι διαιρεμένος, -η, -ο
θα έχουν διαιρεθεί
θα είναι διαιρεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαιρώνα διαιρούμενα διαιρούμαινα διαιρούμαστε
να διαιρείςνα διαιρείτενα διαιρείσαινα διαιρείστε
να διαιρείνα διαιρούν(ε)να διαιρείταινα διαιρούνται
Aoristνα διαιρέσωνα διαιρέσουμε, να διαιρέσομενα διαιρεθώνα διαιρεθούμε
να διαιρέσειςνα διαιρέσετενα διαιρεθείςνα διαιρεθείτε
να διαιρέσεινα διαιρέσουν(ε)να διαιρεθείνα διαιρεθούν(ε)
Perfνα έχω διαιρέσει
να έχω διαιρεμένο
να έχουμε διαιρέσει
να έχουμε διαιρεμένο
να έχω διαιρεθεί
να είμαι διαιρεμένος, -η
να έχουμε διαιρεθεί
να είμαστε διαιρεμενοι, -ες
να έχεις διαιρέσει
να έχεις διαιρεμένο
να έχετε διαιρέσει
να έχετε διαιρεμένο
να έχεις διαιρεθεί
να είσαι διαιρεμένος, -η
να έχετε διαιρεθεί
να είστε διαιρεμένοι, -ες
να έχει διαιρέσει
να έχει διαιρεμένο
να έχουν διαιρέσει
να έχουν διαιρεμένο
να έχει διαιρεθεί
να είναι διαιρεμένος, -η, -ο
να έχουν διαιρεθεί
να είναι διαιρεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιαιρείτεδιαιρείστε
Aoristδιαίρεσεδιαιρέστε, διαιρέσετεδιαιρέσουδιαιρεθείτε
Part
izip
Presδιαιρώνταςδιαιρούμενος
Perfέχοντας διαιρέσει, έχοντας διαιρεμένοδιαιρεμένος/διηρημένος, -η, -οδιαιρεμένοι/διηρημένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαιρέσειδιαιρεθεί





Person Wortform
Präsens ich teile
du teilst
er, sie, es teilt
Präteritum ich teilte
Konjunktiv II ich teilte
Imperativ Singular teile!
Plural teilt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geteilt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:teilen






Griechische Definition zu διαιρώ

διαιρώ [δieró] -ούμαι αόρ. διαιρέθηκα, απαρέμφ. διαιρεθεί, μππ. διαιρεμένος και διηρημένος* : 1. χωρίζω κτ. σε μέρη, σε τμήματα: H Kρήτη διαιρείται σε τέσσερις νομούς. H χώρα έχει διαιρεθεί σε διοικητικές περιφέρειες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαιρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15