δαμάζω  Verb  [damazo, thamazo, damazw]

Ähnliche Bedeutung wie δαμάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze zähmen

... Wissen ist ein wildes Tier und muss gejagt werden, ehe man es zähmen kann. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik






Modern Greek Verbs – δαμάζω, δάμασα, δαμάστηκα, δαμασμένος – I tame

[daktulografo">Prev daneizo">Next]

contents">Index
index-2">Home
agapao">Type[Model orizo">Prev platho">Next][Model giortazo">Prev deleazo">Next]

ΔΑΜΑΖΩ
I tame
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δαμάζωδαμάζουμε, δαμάζομεδαμάζομαιδαμαζόμαστε
δαμάζειςδαμάζετεδαμάζεσαιδαμάζεστε, δαμαζόσαστε
δαμάζειδαμάζουν(ε)δαμάζεταιδαμάζονται
Imper
fekt
δάμαζαδαμάζαμεδαμαζόμουν(α)δαμαζόμαστε, δαμαζόμασταν
δάμαζεςδαμάζατεδαμαζόσουν(α)δαμαζόσαστε, δαμαζόσασταν
δάμαζεδάμαζαν, δαμάζαν(ε)δαμαζόταν(ε)δαμάζονταν, δαμαζόντανε, δαμαζόντουσαν
Aoristδάμασαδαμάσαμεδαμάστηκαδαμαστήκαμε
δάμασεςδαμάσατεδαμάστηκεςδαμαστήκατε
δάμασεδάμασαν, δαμάσαν(ε)δαμάστηκεδαμάστηκαν, δαμαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω δαμάσει
έχω δαμασμένο
έχουμε δαμάσει
έχουμε δαμασμένο
έχω δαμαστεί
είμαι δαμασμένος, -η
έχουμε δαμαστεί
είμαστε δαμασμένοι, -ες
έχεις δαμάσει
έχεις δαμασμένο
έχετε δαμάσει
έχετε δαμασμένο
έχεις δαμαστεί
είσαι δαμασμένος, -η
έχετε δαμαστεί
είστε δαμασμένοι, -ες
έχει δαμάσει
έχει δαμασμένο
έχουν δαμάσει
έχουν δαμασμένο
έχει δαμαστεί
είναι δαμασμένος, -η, -ο
έχουν δαμαστεί
είναι δαμασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δαμάσει
είχα δαμασμένο
είχαμε δαμάσει
είχαμε δαμσμένο
είχα δαμαστεί
ήμουν δαμασμένος, -η
είχαμε δαμαστεί
ήμαστε δαμασμένοι, -ες
είχες δαμάσει
είχες δαμασμένο
είχατε δαμάσει
είχατε δαμασμένο
είχες δαμαστεί
ήσουν δαμασμένος, -η
είχατε δαμαστεί
ήσαστε δαμασμένοι, -ες
είχε δαμάσει
είχε δαμασμένο
είχαν δαμάσει
είχαν δαμασμένο
είχε δαμαστεί
ήταν δαμασμένος, -η, -ο
είχαν δαμαστεί
ήταν δαμασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δαμάζωθα δαμάζουμε, θα δαμάζομεθα δαμάζομαιθα δαμαζόμαστε
θα δαμάζειςθα δαμάζετεθα δαμάζεσαιθα δαμάζεστε, θα δαμαζόσαστε
θα δαμάζειθα δαμάζουν(ε)θα δαμάζεταιθα δαμάζονται
Fut
ur
θα δαμάσωθα δαμάσουμε, θα δαμάζομεθα δαμαστώθα δαμαστούμε
θα δαμάσειςθα δαμάσετεθα δαμαστείςθα δαμαστείτε
θα δαμάσειθα δαμάσουν(ε)θα δαμαστείθα δαμαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δαμάσει
θα έχω δαμασμένο
θα έχουμε δαμάσει
θα έχουμε δαμασμένο
θα έχω δαμαστεί
θα είμαι δαμασμένος, -η
θα έχουμε δαμαστεί
θα είμαστε δαμασμένοι, -ες
θα έχεις δαμάσει
θα έχεις δαμασμένο
θα έχετε δαμάσει
θα έχετε δαμασμένο
θα έχεις δαμαστεί
θα είσαι δαμασμένος, -η
θα έχετε δαμαστεί
θα είστε δαμασμένοι, -ες
θα έχει δαμάσει
θα έχει δαμασμένο
θα έχουν δαμάσει
θα έχουν δαμασμένο
θα έχει δαμαστεί
θα είναι δαμασμένος, -η, -ο
θα έχουν δαμαστεί
θα είναι δαμασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δαμάζωνα δαμάζουμε, να δαμάζομενα δαμάζομαινα δαμαζόμαστε
να δαμάζειςνα δαμάζετενα δαμάζεσαινα δαμάζεστε, να δαμαζόσαστε
να δαμάζεινα δαμάζουν(ε)να δαμάζεταινα δαμάζονται
Aoristνα δαμάσωνα δαμάσουμε, να δαμάσομενα δαμαστώνα δαμαστούμε
να δαμάσειςνα δαμάσετενα δαμαστείςνα δαμαστείτε
να δαμάσεινα δαμάσουν(ε)να δαμαστείνα δαμαστούν(ε)
Perfνα έχω δαμάσει
να έχω δαμασμένο
να έχουμε δαμάσει
να έχουμε δαμασμένο
να έχω δαμαστεί
να είμαι δαμασμένος, -η
να έχουμε δαμαστεί
να είμαστε δαμασμένοι, -ες
να έχεις δαμάσει
να έχεις δαμασμένο
να έχετε δαμάσει
να έχετε δαμασμένο
να έχεις δαμαστεί
να είσαι δαμασμένος, -η
να έχετε δαμαστεί
να είστε δαμασμένοι, -ες
να έχει δαμάσει
να έχει δαμασμένο
να έχουν δαμάσει
να έχουν δαμασμένο
να έχει δαμαστεί
να είναι δαμασμένος, -η, -ο
να έχουν δαμαστεί
να είναι δαμασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδάμαζεδαμάζετεδαμάζεστε
Aoristδάμασεδαμάστεδαμάσουδαμαστείτε
Part
izip
Presδαμάζονταςδαμαζόμενος
Perfέχοντας δαμάσει, έχοντας δαμασμένοδαμασμένος, -η, -οδαμασμένοι, -ες, -α
InfinAoristδαμάσειδαμαστεί




Griechische Definition zu δαμάζω

δαμάζω [δamázo] -ομαι : 1. υποβάλλω ένα άγριο ζώο σε ειδική εκπαίδευση, έτσι ώστε να μάθει να υπακούει στις εντολές μου: Ο θηριοδαμαστής δάμασε τα λιοντάρια. Ο Aλέξανδρος κατάφερε να δαμάσει το Bουκεφάλα. || (επέκτ.): H δασκάλα προσπάθησε άδικα να δαμάσει τα μικρά θηρία, τους ατίθασους μαθητές. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δαμάζω

Noch keine Fragen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15