δαγκώνω  Verb  [dagkono, thagkono, dagkwnw]

Ähnliche Bedeutung wie δαγκώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze beißen

... Er wird euch ins Gras beißen lassen. ...

... Hunde, die bellen, beißen nicht. ...

... Bitte beißen Sie die Zähne zusammen. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, xtofu80

Grammatik


ΔΑΓΚΩΝΩ
I bite
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δαγκώνωδαγκώνουμε, δαγκώνομεδαγκώνομαιδαγκωνόμαστε
δαγκώνειςδαγκώνετεδαγκώνεσαιδαγκώνεστε, δαγκωνόσαστε
δαγκώνειδαγκώνουν(ε)δαγκώνεταιδαγκώνονται
Imper
fekt
δάγκωναδαγκώναμεδαγκωνόμουν(α)δαγκωνόμαστε, δαγκωνόμασταν
δάγκωνεςδαγκώνατεδαγκωνόσουν(α)δαγκωνόσαστε, δαγκωνόσασταν
δάγκωνεδάγκωναν, δαγκώναν(ε)δαγκωνόταν(ε)δαγκώνονταν, δαγκωνόντανε, δαγκωνόντουσαν
Aoristδάγκωσαδαγκώσαμεδαγκώθηκαδαγκωθήκαμε
δάγκωσεςδαγκώσατεδαγκώθηκεςδαγκωθήκατε
δάγκωσεδάγκωσαν, δαγκώσαν(ε)δαγκώθηκεδαγκώθηκαν, δαγκωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δαγκώσει
έχω δαγκωμένο
έχουμε δαγκώσει
έχουμε δαγκωμένο
έχω δαγκωθεί
είμαι δαγκωμένος, -η
έχουμε δαγκωθεί
είμαστε δαγκωμένοι, -ες
έχεις δαγκώσει
έχεις δαγκωμένο
έχετε δαγκώσει
έχετε δαγκωμένο
έχεις δαγκωθεί
είσαι δαγκωμένος, -η
έχετε δαγκωθεί
είστε δαγκωμένοι, -ες
έχει δαγκώσει
έχει δαγκωμένο
έχουν δαγκώσει
έχουν δαγκωμένο
έχει δαγκωθεί
είναι δαγκωμένος, -η, -ο
έχουν δαγκωθεί
είναι δαγκωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δαγκώσει
είχα δαγκωμένο
είχαμε δαγκώσει
είχαμε δαγκωμένο
είχα δαγκωθεί
ήμουν δαγκωμένος, -η
είχαμε δαγκωθεί
ήμαστε δαγκωμένοι, -ες
είχες δαγκώσει
είχες δαγκωμένο
είχατε δαγκώσει
είχατε δαγκωμένο
είχες δαγκωθεί
ήσουν δαγκωμένος, -η
είχατε δαγκωθεί
ήσαστε δαγκωμένοι, -ες
είχε δαγκώσει
είχε δαγκωμένο
είχαν δαγκώσει
είχαν δαγκωμένο
είχε δαγκωθεί
ήταν δαγκωμένος, -η, -ο
είχαν δαγκωθεί
ήταν δαγκωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δαγκώνωθα δαγκώνουμε, θα δαγκώνομεθα δαγκώνομαιθα δαγκωνόμαστε
θα δαγκώνειςθα δαγκώνετεθα δαγκώνεσαιθα δαγκώνεστε, θα δαγκωνόσαστε
θα δαγκώνειθα δαγκώνουν(ε)θα δαγκώνεταιθα δαγκώνονται
Fut
ur
θα δαγκώσωθα δαγκώσουμε, θα δαγκώσομεθα δαγκωθώθα δαγκωθούμε
θα δαγκώσειςθα δαγκώσετεθα δαγκωθείςθα δαγκωθείτε
θα δαγκώσειθα δαγκώσουνθα δαγκωθείθα δαγκωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δαγκώσει
θα έχω δαγκωμένο
θα έχουμε δαγκώσει
θα έχουμε δαγκωμένο
θα έχω δαγκωθεί
θα είμαι δαγκωμένος, -η
θα έχουμε δαγκωθεί
θα είμαστε δαγκωμένοι, -ες
θα έχεις δαγκώσει
θα έχεις δαγκωμένο
θα έχετε δαγκώσει
θα έχετε δαγκωμένο
θα έχεις δαγκωθεί
θα είσαι δαγκωμένος, -η
θα έχετε δαγκωθεί
θα είστε δαγκωμένοι, -ες
θα έχει δαγκώσει
θα έχει δαγκωμένο
θα έχουν δαγκώσει
θα έχουν δαγκωμένο
θα έχει δαγκωθεί
θα είναι δαγκωμένος, -η, -ο
θα έχουν δαγκωθεί
θα είναι δαγκωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δαγκώνωνα δαγκώνουμε, να δαγκώνομενα δαγκώνομαινα δαγκωνόμαστε
να δαγκώνειςνα δαγκώνετενα δαγκώνεσαινα δαγκώνεστε, να δαγκωνόσαστε
να δαγκώνεινα δαγκώνουν(ε)να δαγκώνεταινα δαγκώνονται
Aoristνα δαγκώσωνα δαγκώσουμε, να δαγκώσομενα δαγκωθώνα δαγκωθούμε
να δαγκώσειςνα δαγκώσετενα δαγκωθείςνα δαγκωθείτε
να δαγκώσεινα δαγκώσουν(ε)να δαγκωθείνα δαγκωθούν(ε)
Perfνα έχω δαγκώσει
να έχω δαγκωμένο
να έχουμε δαγκώσει
να έχουμε δαγκωμένο
να έχω δαγκωθεί
να είμαι δαγκωμένος, -η
να έχουμε δαγκωθεί
να είμαστε δαγκωμένοι, -ες
να έχεις δαγκώσει
να έχεις δαγκωμένο
να έχετε δαγκώσει
να έχετε δαγκωμένο
να έχεις δαγκωθεί
να είσαι δαγκωμένος, -η
να έχετε δαγκωθεί
να είστε δαγκωμένοι, -ες
να έχει δαγκώσει
να έχει δαγκωμένο
να έχουν δαγκώσει
να έχουν δαγκωμένο
να έχει δαγκωθεί
να είναι δαγκωμένος, -η, -ο
να έχουν δαγκωθεί
να είναι δαγκωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδάγκωνεδαγκώνετεδαγκώνεστε
Aoristδάγκωσεδαγκώστε, δαγκώσετεδαγκώσουδαγκωθείτε
Part
izip
Presδαγκώνοντας
Perfέχοντας δαγκώσει, έχοντας δαγκωμένοδαγκωμένος, -η, -οδαγκωμένοι, -ες, -α
InfinAoristδαγκώσειδαγκωθεί




Griechische Definition zu δαγκώνω

δαγκώνω [δaŋgóno] -ομαι & δαγκάνω [δaŋgáno] -ομαι : 1α. πιάνω κτ. δυνατά με τα δόντια και, σφίγγοντάς τα, κόβω ένα κομμάτι: δαγκώνω το κουλούρι. Ποιος δάγκασε το ψωμί; Tο μήλο ήταν δαγκωμένο. ΦΡ δαγκώνω τη λαμαρίνα*. || προκαλώ τραυματισμό με τα δόντια: Προσοχή, ο σκύλος δαγκώνει! Tον δάγκασε οχιά και πέθανε. Δάγκωσα τη γλώσσα μου, κατά λάθος. ΠAΡ Σκυλί που γαβγίζει* δε δαγκώνει. Xέρι που δεν μπορείς να (το) δαγκάσεις, φίλα* το. β. τοποθετώ κτ. ανάμεσα στα δόντια και το σφίγγω, χωρίς την πρόθεση να το κόψω: δαγκώνω το μολύβι / την πίπα. || δαγκώθηκα, και σπανιότερα δαγκώνομαι: α. Δαγκώθηκα για να μην πω βαριές κουβέντες, συγκρατήθηκα. β. για κτ. δυσάρεστο και συνήθ. αναπάντεχο, το οποίο άκουσα, είδα κτλ.: Δαγκώθηκα όταν άκουσα την είδηση. || (έκφρ.) δαγκώνω τα χείλια μου, από αμηχανία, για να μη γελάσω ή για να μη φωνάξω δυνατά. ΦΡ δάγκασε / φάε τη γλώσσα* σου! [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δαγκώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15