δαγκώνω Verb  [dagkono, thagkono, dagkwnw]

  Verb
(16)

Etymologie zu δαγκώνω

δαγκώνω δαγκάνω altgriechisch δάκνω


GriechischDeutsch
Δεν πρέπει να δαγκώνω πια, καταλαβαίνετε;Ich muss nicht mehr beißen, verstehen Sie?

Übersetzung nicht bestätigt

Oο, όπως.. το να καταδιώκω αμάξια και να δαγκώνω τον ταχυδρόμο;Zum Beispiel Autos jagen und den Postboten beißen?

Übersetzung nicht bestätigt

'Ελα πιο κοντά, δε δαγκώνω.Komm näher, ich werde nicht beißen.

Übersetzung nicht bestätigt

Δε δαγκώνω.Bäume, die bellen, beißen nicht.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν δαγκώνω.Ich werde auch nicht beißen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
kauen
beißen

Grammatik

Grammatik zu δαγκώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δαγκώνωδαγκώνουμε, δαγκώνομεδαγκώνομαιδαγκωνόμαστε
δαγκώνειςδαγκώνετεδαγκώνεσαιδαγκώνεστε, δαγκωνόσαστε
δαγκώνειδαγκώνουν(ε)δαγκώνεταιδαγκώνονται
Imper
fekt
δάγκωναδαγκώναμεδαγκωνόμουν(α)δαγκωνόμαστε, δαγκωνόμασταν
δάγκωνεςδαγκώνατεδαγκωνόσουν(α)δαγκωνόσαστε, δαγκωνόσασταν
δάγκωνεδάγκωναν, δαγκώναν(ε)δαγκωνόταν(ε)δαγκώνονταν, δαγκωνόντανε, δαγκωνόντουσαν
Aoristδάγκωσαδαγκώσαμεδαγκώθηκαδαγκωθήκαμε
δάγκωσεςδαγκώσατεδαγκώθηκεςδαγκωθήκατε
δάγκωσεδάγκωσαν, δαγκώσαν(ε)δαγκώθηκεδαγκώθηκαν, δαγκωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω δαγκώσει
έχω δαγκωμένο
έχουμε δαγκώσει
έχουμε δαγκωμένο
έχω δαγκωθεί
είμαι δαγκωμένος, -η
έχουμε δαγκωθεί
είμαστε δαγκωμένοι, -ες
έχεις δαγκώσει
έχεις δαγκωμένο
έχετε δαγκώσει
έχετε δαγκωμένο
έχεις δαγκωθεί
είσαι δαγκωμένος, -η
έχετε δαγκωθεί
είστε δαγκωμένοι, -ες
έχει δαγκώσει
έχει δαγκωμένο
έχουν δαγκώσει
έχουν δαγκωμένο
έχει δαγκωθεί
είναι δαγκωμένος, -η, -ο
έχουν δαγκωθεί
είναι δαγκωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα δαγκώσει
είχα δαγκωμένο
είχαμε δαγκώσει
είχαμε δαγκωμένο
είχα δαγκωθεί
ήμουν δαγκωμένος, -η
είχαμε δαγκωθεί
ήμαστε δαγκωμένοι, -ες
είχες δαγκώσει
είχες δαγκωμένο
είχατε δαγκώσει
είχατε δαγκωμένο
είχες δαγκωθεί
ήσουν δαγκωμένος, -η
είχατε δαγκωθεί
ήσαστε δαγκωμένοι, -ες
είχε δαγκώσει
είχε δαγκωμένο
είχαν δαγκώσει
είχαν δαγκωμένο
είχε δαγκωθεί
ήταν δαγκωμένος, -η, -ο
είχαν δαγκωθεί
ήταν δαγκωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δαγκώνωθα δαγκώνουμε, θα δαγκώνομεθα δαγκώνομαιθα δαγκωνόμαστε
θα δαγκώνειςθα δαγκώνετεθα δαγκώνεσαιθα δαγκώνεστε, θα δαγκωνόσαστε
θα δαγκώνειθα δαγκώνουν(ε)θα δαγκώνεταιθα δαγκώνονται
Fut
ur
θα δαγκώσωθα δαγκώσουμε, θα δαγκώσομεθα δαγκωθώθα δαγκωθούμε
θα δαγκώσειςθα δαγκώσετεθα δαγκωθείςθα δαγκωθείτε
θα δαγκώσειθα δαγκώσουνθα δαγκωθείθα δαγκωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δαγκώσει
θα έχω δαγκωμένο
θα έχουμε δαγκώσει
θα έχουμε δαγκωμένο
θα έχω δαγκωθεί
θα είμαι δαγκωμένος, -η
θα έχουμε δαγκωθεί
θα είμαστε δαγκωμένοι, -ες
θα έχεις δαγκώσει
θα έχεις δαγκωμένο
θα έχετε δαγκώσει
θα έχετε δαγκωμένο
θα έχεις δαγκωθεί
θα είσαι δαγκωμένος, -η
θα έχετε δαγκωθεί
θα είστε δαγκωμένοι, -ες
θα έχει δαγκώσει
θα έχει δαγκωμένο
θα έχουν δαγκώσει
θα έχουν δαγκωμένο
θα έχει δαγκωθεί
θα είναι δαγκωμένος, -η, -ο
θα έχουν δαγκωθεί
θα είναι δαγκωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δαγκώνωνα δαγκώνουμε, να δαγκώνομενα δαγκώνομαινα δαγκωνόμαστε
να δαγκώνειςνα δαγκώνετενα δαγκώνεσαινα δαγκώνεστε, να δαγκωνόσαστε
να δαγκώνεινα δαγκώνουν(ε)να δαγκώνεταινα δαγκώνονται
Aoristνα δαγκώσωνα δαγκώσουμε, να δαγκώσομενα δαγκωθώνα δαγκωθούμε
να δαγκώσειςνα δαγκώσετενα δαγκωθείςνα δαγκωθείτε
να δαγκώσεινα δαγκώσουν(ε)να δαγκωθείνα δαγκωθούν(ε)
Perfνα έχω δαγκώσει
να έχω δαγκωμένο
να έχουμε δαγκώσει
να έχουμε δαγκωμένο
να έχω δαγκωθεί
να είμαι δαγκωμένος, -η
να έχουμε δαγκωθεί
να είμαστε δαγκωμένοι, -ες
να έχεις δαγκώσει
να έχεις δαγκωμένο
να έχετε δαγκώσει
να έχετε δαγκωμένο
να έχεις δαγκωθεί
να είσαι δαγκωμένος, -η
να έχετε δαγκωθεί
να είστε δαγκωμένοι, -ες
να έχει δαγκώσει
να έχει δαγκωμένο
να έχουν δαγκώσει
να έχουν δαγκωμένο
να έχει δαγκωθεί
να είναι δαγκωμένος, -η, -ο
να έχουν δαγκωθεί
να είναι δαγκωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδάγκωνεδαγκώνετεδαγκώνεστε
Aoristδάγκωσεδαγκώστε, δαγκώσετεδαγκώσουδαγκωθείτε
Part
izip
Presδαγκώνοντας
Perfέχοντας δαγκώσει, έχοντας δαγκωμένοδαγκωμένος, -η, -οδαγκωμένοι, -ες, -α
InfinAoristδαγκώσειδαγκωθεί





Griechische Definition zu δαγκώνω

δαγκώνω [δaŋgóno] -ομαι & δαγκάνω [δaŋgáno] -ομαι : 1α. πιάνω κτ. δυνατά με τα δόντια και, σφίγγοντάς τα, κόβω ένα κομμάτι: δαγκώνω το κουλούρι. Ποιος δάγκασε το ψωμί; Tο μήλο ήταν δαγκωμένο. ΦΡ δαγκώνω τη λαμαρίνα*. || προκαλώ τραυματισμό με τα δόντια: Προσοχή, ο σκύλος δαγκώνει! Tον δάγκασε οχιά και πέθανε. Δάγκωσα τη γλώσσα μου, κατά λάθος. ΠAΡ Σκυλί που γαβγίζει* δε δαγκώνει. Xέρι που δεν μπορείς να (το) δαγκάσεις, φίλα* το. β. τοποθετώ κτ. ανάμεσα στα δόντια και το σφίγγω, χωρίς την πρόθεση να το κόψω: δαγκώνω το μολύβι / την πίπα. || δαγκώθηκα, και σπανιότερα δαγκώνομαι: α. Δαγκώθηκα για να μην πω βαριές κουβέντες, συγκρατήθηκα. β. για κτ. δυσάρεστο και συνήθ. αναπάντεχο, το οποίο άκουσα, είδα κτλ.: Δαγκώθηκα όταν άκουσα την είδηση. || (έκφρ.) δαγκώνω τα χείλια μου, από αμηχανία, για να μη γελάσω ή για να μη φωνάξω δυνατά. ΦΡ δάγκασε / φάε τη γλώσσα* σου! [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback