γέρνω  Verb  [gerno, jerno, gernw]

Ähnliche Bedeutung wie γέρνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γέρνω

... Ο Γέρνι Ποτότσνικ (Jernej Potocnik , γεννημένος στις 26 Οκτωβρίου 1981) είναι Σλοβένος επαγγελματίας πρώην διεθνής πετοσφαιριστής. Έχει ύψος 1.97 μ. και ...

... μέτρα ύψος) και ο μικρότερος των Garisenda (48 μέτρα). Ο ψηλότερος πύργος γέρνει περίπου κατά δυόμισι μέτρα, ενώ ο μικρότερος περίπου κατά τρία. Η ιστορία ...

... απήχθη κάποτε από ένα γίγαντα. Κατά την απουσία της οι Εσίρ άρχισαν να γερνούν μακρυά από τις ανανεωτικές ιδιότητες των μήλων της. Έτσι πίεσαν τον Λόκι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze altern

... Was suchst du?, fragte die Fee; Jugend ohne zu altern und Leben ohne Tod, antwortete der Prinz. ...

... Nichts lässt uns schneller altern als die Furcht, dass wir schnell alt werden. ...

... Gütige Herzen altern nie. ...

Quelle: Manfredo, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΓΕΡΝΩ
I tip
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γέρνωγέρνουμε, γέρνομε
γέρνειςγέρνετε
γέρνειγέρνουν(ε)
Imper
fekt
έγερναγέρναμε
έγερνεςγέρνατε
έγερνεέγερναν, γέρναν(ε)
Aoristέγειραγείραμε
έγειρεςγείρατε
έγειρεέγειραν, γείραν(ε)
Per
fect
έχω γείρει
έχω γερμένο
έχουμε γείρει
έχουμε γερμένο
έχεις γείρει
έχεις γερμένο
έχετε γείρει
έχετε γερμένο
έχει γείρει
έχει γερμένο
έχουν γείρει
έχουν γερμένο
Plu
per
fect
είχα γείρει
είχα γερμένο
είχαμε γείρει
είχαμε γερμένο
είχες γείρει
είχες γερμένο
είχατε γείρει
είχατε γερμένο
είχε γείρει
είχε γερμένο
είχαν γείρει
είχαν γερμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γέρνωθα γέρνουμε, θα γέρνομε
θα γέρνειςθα γέρνετε
θα γέρνειθα γέρνουν(ε)
Fut
ur
θα γείρωθα γείρουμε, θα γείρομε
θα γείρειςθα γείρετε
θα γείρειθα γείρουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γείρει
θα έχω γερμένο
θα έχουμε γείρει
θα έχουμε γερμένο
θα έχεις γείρει
θα έχεις γερμένο
θα έχετε γείρει
θα έχετε γερμένο
θα έχει γείρει
θα έχει γερμένο
θα έχουν γείρει
θα έχουν γερμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γέρνωνα γέρνουμε, να γέρνομε
να γέρνειςνα γέρνετε
να γέρνεινα γέρνουν(ε)
Aoristνα γείρωνα γείρουμε, να γείρομε
να γείρειςνα γείρετε
να γείρεινα γείρουν(ε)
Perfνα έχω γείρει
να έχω γερμένο
να έχουμε γείρει
να έχουμε γερμένο
να έχεις γείρει
να έχεις γερμένο
να έχετε γείρει
να έχετε γερμένο
να έχει γείρει
να έχει γερμένο
να έχουν γείρει
να έχουν γερμένο
Imper
ativ
Presγέρνεγέρνετε
Aoristγείρεγείρτε
Part
izip
Presγέρνοντας
Perfέχοντας γείρει, έχοντας γερμένο
InfinAoristγείρει





Person Wortform
Präsens ich kippe
du kippst
er, sie, es kippt
Präteritum ich kippte
Konjunktiv II ich kippte
Imperativ Singular kippe!
Plural kippt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekippt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kippen




Griechische Definition zu γέρνω

γέρνω [jérno] Ρ αόρ. έγειρα, απαρέμφ. γείρει, μππ. γερμένος : 1α. φέρνω κτ. σε πλάγια θέση δημιουργώντας έτσι μια ασταθή ισορροπία ή μια αφύσικη στάση: Γείρε τη στάμνα και χύσε μου λίγο νερό. Γέρνει το κορμί του. Περπατούσε με γερμένους τους ώμους. || γέρνω τα παντζούρια / την πόρτα, μισοκλείνω. β. παρουσιάζω κλίση, έρχομαι σε πλάγια θέση, χάνω την ευστάθεια και την ισορροπία μου: H βάρκα έγειρε από τη μια πλευρά. Γέρνει ο πίνακας. Ο τοίχος έγειρε λιγάκι. Tα κλαδιά των δέντρων έγειραν από τον καρπό / από το χιόνι. ΦΡ η πλάστιγγα* γέρνει / κλίνει. γ. σκύβω: Έγειρε από το μπαλκόνι και κόντεψε να πέσει. Mη γέρνεις τόσο πολύ. || Έγειρε πάνω από το βιβλίο και αποκοιμήθηκε. Έγειρε στην αγκαλιά του. Έγειρα να ξεκουραστώ, ξάπλωσα. || (μτφ.): Δεν έχει πού να γείρει η άμοιρη, πού να στηριχτεί. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γέρνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15