γερμανός  Adj.  [germanos, jermanos]

  Adj.
(1)

GriechischDeutsch
Είναι γερμανός. Γερμανός, γερμανός.Deutsch, deutsch.

Übersetzung nicht bestätigt


Synonyme zu γερμανός

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie γερμανός

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu γερμανός

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu γερμανός


Grammatik

Noch keine Grammatik zu γερμανός.



Griechische Definition zu γερμανός

γερμανός, επίθ.

Που προέρχεται από τη Γερμανία:
εις καινήν χύτραν βαλών κοχλίας γερμανούς, έλαιον αφρικόν … (Ορνεοσ. αγρ. 56417).
Ως εθν. = ο κάτοικος της Γερμανίας:
Των Γερμανών … ο στρατός (Κορων., Μπούας 57).
[μτγν. επίθ. γερμανός. Η λ. και σήμ. ως εθν.]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback