γελοιοποιώ Verb  [geliopio, jeliopio, geloiopoiw]

(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu γελοιοποιώ

γελοιοποιώ γελοίος + ποιώ


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.




Griechische Definition zu γελοιοποιώ

γελοιοποιώ [jedivopió] -ούμαι : παρουσιάζω κπ. ή κτ. με τέτοιον τρόπο που να φαίνεται γελοίος, τονίζω ηθελημένα τα αρνητικά του χαρακτηριστικά· διακωμωδώ: Δεν αφήνει ευκαιρία που να μην τον γελοιοποιήσει. Θεατρικό έργο που γελοιοποιεί την πολιτική ηγεσία. || εξευτελίζω κπ., αποκαλύπτω την ανεπάρκειά του: Οι ληστές κατάφεραν και αυτή τη φορά να γελοιοποιήσουν την αστυνομία. || για εμφάνιση, στάση ή συμπεριφορά που κάνει κπ. να φαίνεται γελοίος: Ποτέ καλλιτέχνης δε γελοιοποιήθηκε σ΄ αυτόν το βαθμό. Mας γελοιοποίησες όλους με τα φερσίματά σου, μας ρεζίλεψες.

[λόγ. γελοί(ος) -ο- + -ποιώ]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback