γαμώτο    [gamoto, ramoto, gamwto]

  Adj.
(1184)
verfickt (vulg.)
  Adj.
(12)

Etymologie zu γαμώτο

γαμώτο γαμώ το


GriechischDeutsch
Η ζωή είναι απίστευτα μικρή, γαμώτο. άντρας:Das Leben ist so verdammt kurz.

Übersetzung nicht bestätigt

Τη μπάλα, γαμώτο!Den Ball, verdammt noch mal!

Übersetzung nicht bestätigt

Σε παρακαλώ χτύπα την, γαμώτο!Bitte triff ihn, verdammt!

Übersetzung nicht bestätigt


Synonyme zu γαμώτο

  • στα κομμάτια!
  • διάολε!
  • σκατά!
  • πο ρε φίλε/μαλάκα/πούστη (μου)/γαμώτω

Ähnliche Wörter zu γαμώτο

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu γαμώτο


Grammatik

Noch keine Grammatik zu γαμώτο.



Griechische Definition zu γαμώτο

γαμώτο [γamóto] & (σπάν.) γαμώτη [γamóti] (άκλ.) : (χυδ.) επιφώνημα αγανάκτησης, έκπληξης ή θαυμασμού. || (ως ουσ.) το γαμώτο, η δυσκολία: Εκεί είναι το γαμώτο. (έκφρ.) για το / ένα γαμώτο, για ένα πείσμα.

[έκφρ. γαμώ το…, γαμώ τη…]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback