βρέχω  Verb  [vrecho, brexw]

Ähnliche Bedeutung wie βρέχω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βρέχω

... Η λέξη υετός παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ὕω ("στέλνω βροχή, βρέχω"). Παράγωγα: ὑετός, ὑέτιος,–ία,–ον, καθώς και ὑετώτατος. Σημειώνεται ότι ...

... Το Βρέχει Κεφτέδες (αγγλικά: Cloudy with a Chance of Meatballs) είναι αμερικάνικη οικογενειακή κωμωδία κινουμένων σχεδίων με υπολογιστή του 2009, με παραγωγό ...

... βροχής», ήταν αδελφές Νύμφες, που έφερναν τη βροχή (από το αρχαίο ρήμα υώ = βρέχω). Οι Υάδες ήταν κόρες του Άτλαντα και της Πλειόνης (κατά το «Fabulae» του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nass machen

... Nass-in-Nass-Technik ist eine Maltechnik, bei der in die noch nicht getrocknete Farbe hineingemalt wird. In der früheren Literatur wurde für diese Technik ...

... Nass steht für: Nass River, Fluss in British Columbia, Kanada NASS steht für: Neuartige Sanitärsysteme, Sanitärkonzepte zur Wiederverwendung von Wasser ...

... angefeuchteten Malgrund. Hier ist dann der Übergang zur Nass-in-Nass-Technik erreicht. Bei der Nass-in-Nass-Technik wird auf dem feuchten Malgrund oder in ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΡΕΧΩ
I moisten
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βρέχωβρέχουμε, βρέχομεβρέχομαιβρεχόμαστε
βρέχειςβρέχετεβρέχεσαιβρέχεστε, βρεχόσαστε
βρέχειβρέχουν(ε)βρέχεταιβρέχονται
Imper
fekt
έβρεχαβρέχαμεβρεχόμουν(α)βρεχόμαστε, βρεχόμασταν
έβρεχεςβρέχατεβρεχόσουν(α)βρεχόσαστε, βρεχόσασταν
έβρεχεέβρεχαν, βρέχαν(ε)βρεχόταν(ε)βρέχονταν, βρεχόντανε, βρεχόντουσαν
Aoristέβρεξαβρέξαμεβράχηκαβραχήκαμε
έβρεξεςβρέξατεβράχηκεςβραχήκατε
έβρεξεέβρεξαν, βρέξαν(ε)βράχηκεβράχηκαν, βραχήκαν(ε)
Per
fect
έχω βρέξει
έχω βρε(γ)μένο
έχουμε βρέξει
έχουμε βρε(γ)μένο
έχω βραχεί
είμαι βρε(γ)μένος, -η
έχουμε βραχεί
είμαστε βρε(γ)μένοι, -ες
έχεις βρέξει
έχεις βρε(γ)μένο
έχετε βρέξει
έχετε βρε(γ)μένο
έχεις βραχεί
είσαι βρε(γ)μένος, -η
έχετε βραχεί
είστε βρε(γ)μένοι, -ες
έχει βρέξει
έχει βρε(γ)μένο
έχουν βρέξει
έχουν βρε(γ)μένο
έχει βραχεί
είναι βρε(γ)μένος, -η, -ο
έχουν βραχεί
είναι βρε(γ)μένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βρέξει
είχα βρε(γ)μένο
είχαμε βρέξει
είχαμε βρε(γ)μένο
είχα βραχεί
ήμουν βρε(γ)μένος, -η
είχαμε βραχεί
ήμαστε βρε(γ)μένοι, -ες
είχες βρέξει
είχες βρε(γ)μένο
είχατε βρέξει
είχατε βρε(γ)μένο
είχες βραχεί
ήσουν βρε(γ)μένος, -η
είχατε βραχεί
ήσαστε βρε(γ)μένοι, -ες
είχε βρέξει
είχε βρε(γ)μένο
είχαν βρέξει
είχαν βρε(γ)μένο
είχε βραχεί
ήταν βρε(γ)μένος, -η, -ο
είχαν βραχεί
ήταν βρε(γ)μένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βρέχωθα βρέχουμε, θα βρέχομεθα βρέχομαιθα βρεχόμαστε
θα βρέχειςθα βρέχετεθα βρέχεσαιθα βρέχεστε, θα βρεχόσαστε
θα βρέχειθα βρέχουν(ε)θα βρέχεταιθα βρέχονται
Fut
ur
θα βρέξωθα βρέξουμε, θα βρέξομεθα βραχώθα βραχούμε
θα βρέξειςθα βρέξετεθα βραχείςθα βραχείτε
θα βρέξειθα βρέξουν(ε)θα βραχείθα βραχούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βρέξει
θα έχω βρε(γ)μένο
θα έχουμε βρέξει
θα έχουμε βρε(γ)μένο
θα έχω βραχεί
θα είμαι βρε(γ)μένος, -η
θα έχουμε βραχεί
θα είμαστε βρε(γ)μένοι, -ες
θα έχεις βρέξει
θα έχεις βρε(γ)μένο
θα έχετε βρέξει
θα έχετε βρε(γ)μένο
θα έχεις βραχεί
θα είσαι βρε(γ)μένος, -η
θα έχετε βραχεί
θα είστε βρε(γ)μένοι, -ες
θα έχει βρέξει
θα έχει βρε(γ)μένο
θα έχουν βρέξει
θα έχουν βρε(γ)μένο
θα έχει βραχεί
θα είναι βρε(γ)μένος, -η, -ο
θα έχουν βραχεί
θα είναι βρε(γ)μένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βρέχωνα βρέχουμε, να βρέχομενα βρέχομαινα βρεχόμαστε
να βρέχειςνα βρέχετενα βρέχεσαινα βρέχεστε, να βρεχόσαστε
να βρέχεινα βρέχουν(ε)να βρέχεταινα βρέχονται
Aoristνα βρέξωνα βρέξουμε, να βρέξομενα βραχώνα βραχούμε
να βρέξειςνα βρέξετενα βραχείςνα βραχείτε
να βρέξεινα βρέξουν(ε)να βραχείνα βραχούν(ε)
Perfνα έχω βρέξει
να έχω βρε(γ)μένο
να έχουμε βρέξει
να έχουμε βρε(γ)μένο
να έχω βραχεί
να είμαι βρε(γ)μένος, -η
να έχουμε βραχεί
να είμαστε βρε(γ)μένοι, -ες
να έχεις βρέξει
να έχεις βρε(γ)μένο
να έχετε βρέξει
να έχετε βρε(γ)μένο
να έχεις βραχεί
να είσαι βρε(γ)μένος, -η
να έχετε βραχεί
να είστε βρε(γ)μένοι, -ες
να έχει βρέξει
να έχει βρε(γ)μένο
να έχουν βρέξει
να έχουν βρε(γ)μένο
να έχει βραχεί
να είναι βρε(γ)μένος, -η, -ο
να έχουν βραχεί
να είναι βρε(γ)μένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβρέχεβρέχετεβρέχεστε
Aoristβρέξεβρέξτε, βρέξετεβρέξουβραχείτε
Part
izip
Presβρέχοντας
Perfέχοντας βρέξει, έχοντας βρε(γ)μένοβρε(γ)μένος, -η, -οβρε(γ)μένοι, -ες, -α
InfinAoristβρέξειβραχεί






Griechische Definition zu βρέχω

βρέχω [vréxo] -ομαι παθ. αόρ. και βράχηκα, απαρέμφ. και βραχεί : I1. υγραίνω κτ. με νερό ή άλλο υγρό, μουσκεύω: Bράχηκαν τα ξύλα και δεν παίρνουν φωτιά. Άπλωσα τα βρε(γ)μένα ρούχα στον ήλιο για να στεγνώσουν. Bρέχω το πάτωμα για να μη σηκωθεί σκόνη, καταβρέχω. Έβρεξα ένα παξιμάδι στο γάλα για να το μαλακώσω, βούτηξα. Έβρεξα ένα πανί και καθάρισα το τραπέζι, μούσκεψα. Πρέπει να βρέξεις τα ρούχα και μετά να τα σιδερώσεις, να ραντίσεις. ΦΡ σαν βρε(γ)μένη γάτα, ντροπιασμένος: Έφυγε σαν βρε(γ)μένη γάτα. τις βρέχω σε κπ., τον δέρνω: Kάτσε καλά, γιατί θα σου τις βρέξω. βρε(γ)μένη σανίδα (ως απειλητική έκφραση): Θα πάρω / θ΄ αρπάξω μια βρε(γ)μένη σανίδα, απειλή για ξυλοδαρμό. Tου χρειάζεται (μια) βρε(γ)μένη σανίδα. παίρνω / μαζεύω τα βρε(γ)μένα μου και φεύγω, φεύγω ντροπιασμένος χωρίς να (έχω να) πω τίποτε. ΠAΡ ΦΡ θέλει βρεμένο το παξιμάδι*. ΠAΡ Aν δε βρέξεις κώλο, δεν τρως ψάρι, χωρίς κόπο, προσπάθεια δεν υπάρχει απολαβή, ανταμοιβή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βρέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15