βήχω  Verb  [vicho, bhxw]

Ähnliche Bedeutung wie βήχω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βήχω

... Στην ιατρική ο βήχας (αρχαία: βήξ, βηχός) είναι συχνό σύμπτωμα ποικίλων παθήσεων. Δεν είναι νόσος. Αποτελεί ένα αντανακλαστικό, που εκδηλώνεται με επαναλαμβανόμενη ...

... Ο Γεώργιος Βήχος (Αθήνα, 11 Ιανουαρίου 1915- 19 Απριλίου 1990) ήταν Έλληνας δικηγόρος, πρωταθλητής της σκοποβολής (αθλητής του Πανελληνίου και του Παναθηναϊκού) ...

... Ο Παναγιώτης Βήχος (1944-2013) ήταν Έλληνας μουσικοσυνθέτης και μουσικός και ήταν ενταγμένος στην Αριστερά. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 22 Ιουλίου του ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze sich räuspern

... vermehrt Schleim gebildet. Gelegentliches Räuspern stellt kein Krankheitssymptom dar, tritt das Räuspern allerdings sehr oft bis ständig auf, ist eine ...

... Atmen kann als erschwert und anstrengend empfunden werden. Ein Zwang, sich zu räuspern und geringfügige Stimmstörungen können ebenfalls bestehen. Für die ...

... von Martin Z. Schröder), Rowohlt Berlin 2014, ISBN 978-3-87134-792-4. Räusper: Comic-Skripts in Dramensatz. Rowohlt Berlin 2015, ISBN 978-3-87134-820-4 ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΗΧΩ
I cough
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βήχωβήχουμε, βήχομε
βήχειςβήχετε
βήχειβήχουν(ε)
Imper
fekt
έβηχαβήχαμε
έβηχεςβήχατε
έβηχεέβηχαν, βήχαν(ε)
Aoristέβηξαβήξαμε
έβηξεςβήξατε
έβηξεέβηξαν, βήξαν(ε)
Per
fect
έχω βήξειέχουμε βήξει
έχεις βήξειέχετε βήξει
έχει βήξειέχουν βήξει
Plu
per
fect
είχα βήξειείχαμε βήξει
είχες βήξειείχατε βήξει
είχε βήξειείχαν βήξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βήχωθα βήχουμε, θα βήχομε
θα βήχειςθα βήχετε
θα βήχειθα βήχουν(ε)
Fut
ur
θα βήξωθα βήξουμε, θα βήξομε
θα βήξειςθα βήξετε
θα βήξειθα βήξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βήξειθα έχουμε βήξει
θα έχεις βήξειθα έχετε βήξει
θα έχει βήξειθα έχουν βήξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βήχωνα βήχουμε, να βήχομε
να βήχειςνα βήχετε
να βήχεινα βήχουν(ε)
Aoristνα βήξωνα βήξουμε, να βήξομε
να βήξειςνα βήξετε
να βήξεινα βήξουν(ε)
Perfνα έχω βήξεινα έχουμε βήξει
να έχεις βήξεινα έχετε βήξει
να έχει βήξεινα έχουν βήξει
Imper
ativ
Presβήχεβήχετε
Aoristβήξεβήξετε, βήξτε
Part
izip
Presβήχοντας
Perfέχοντας βήξει
InfinAoristβήξει


Griechische Definition zu βήχω

βήχω [víxo] Ρ3α : 1. έχω βήχα: βήχω δυνατά / σιγά / ξερά. Είμαι συναχωμένος και βήχω συνέχεια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βήχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15