βαρύνω  Verb  [varino, barynw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie βαρύνω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΒΑΡΥΝΩ
I weigh down
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βαρύνωβαρύνουμε, βαρύνομεβαρύνομαιβαρυνόμαστε
βαρύνειςβαρύνετεβαρύνεσαιβαρύνεστε, βαρυνόσαστε
βαρύνειβαρύνουν(ε)βαρύνεταιβαρύνονται
Imper
fekt
βάρυναβαρύναμεβαρυνόμουν(α)βαρυνόμαστε, βαρυνόμασταν
βάρυνεςβαρύνατεβαρυνόσουν(α)βαρυνόσαστε, βαρυνόσασταν
βάρυνεβάρυναν, βαρύναν(ε)βαρυνόταν(ε)βαρύνονταν, βαρυνόντανε, βαρυνόντουσαν
Aoristβάρυναβαρύναμεβαρύνθηκαβαρυνθήκαμε
βάρυνεςβαρύνατεβαρύνθηκεςβαρυνθήκατε
βάρυνεβάρυναν, βαρύναν(ε)βαρύνθηκεβαρύνθηκαν, βαρυνθήκαν(ε)
Per
fect
έχω βαρύνει
έχω βεβαρυμένο
έχουμε βαρύνει
έχουμε βεβαρυμένο
έχω βαρυνθεί
είμαι βεβαρυμένος, -η
έχουμε βαρυνθεί
είμαστε βεβαρυμένοι, -ες
έχεις βαρύνει
έχεις βεβαρυμένο
έχετε βαρύνει
έχετε βεβαρυμένο
έχεις βαρυνθεί
είσαι βεβαρυμένος, -η
έχετε βαρυνθεί
είστε βεβαρυμένοι, -ες
έχει βαρύνει
έχει βεβαρυμένο
έχουν βαρύνει
έχουν βεβαρυμένο
έχει βαρυνθεί
είναι βεβαρυμένος, -η, -ο
έχουν βαρυνθεί
είναι βεβαρυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα βαρύνει
είχα βεβαρυμένο
είχαμε βαρύνει
είχαμε βεβαρυμένο
είχα βαρυνθεί
ήμουν βεβαρυμένος, -η
είχαμε βαρυνθεί
ήμαστε βεβαρυμένοι, -ες
είχες βαρύνει
είχες βεβαρυμένο
είχατε βαρύνει
είχατε βεβαρυμένο
είχες βαρυνθεί
ήσουν βεβαρυμένος, -η
είχατε βαρυνθεί
ήσαστε βεβαρυμένοι, -ες
είχε βαρύνει
είχε βεβαρυμένο
είχαν βαρύνει
είχαν βεβαρυμένο
είχε βαρυνθεί
ήταν βεβαρυμένος, -η, -ο
είχαν βαρυνθεί
ήταν βεβαρυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βαρύνωθα βαρύνουμε, θα βαρύνομεθα βαρύνομαιθα βαρυνόμαστε
θα βαρύνειςθα βαρύνετεθα βαρύνεσαιθα βαρύνεστε, θα βαρυνόσαστε
θα βαρύνειθα βαρύνουν(ε)θα βαρύνεταιθα βαρύνονται
Fut
ur
θα βαρύνωθα βαρύνουμε, θα βαρύνομεθα βαρυνθώθα βαρυνθούμε
θα βαρύνειςθα βαρύνετεθα βαρυνθείςθα βαρυνθείτε
θα βαρύνειθα βαρύνουν(ε)θα βαρυνθείθα βαρυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βαρύνει
θα έχω βεβαρυμένο
θα έχουμε βαρύνει
θα έχουμε βεβαρυμένο
θα έχω βαρυνθεί
θα είμαι βεβαρυμένος, -η
θα έχουμε βαρυνθεί
θα είμαστε βεβαρυμένοι, -ες
θα έχεις βαρύνει
θα έχεις βεβαρυμένο
θα έχετε βαρύνει
θα έχετε βεβαρυμένο
θα έχεις βαρυνθεί
θα είσαι βεβαρυμένος, -η
θα έχετε βαρυνθεί
θα είστε βεβαρυμένοι, -ες
θα έχει βαρύνει
θα έχει βεβαρυμένο
θα έχουν βαρύνει
θα έχουν βεβαρυμένο
θα έχει βαρυνθεί
θα είναι βεβαρυμένος, -η, -ο
θα έχουν βαρυνθεί
θα είναι βεβαρυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βαρύνωνα βαρύνουμε, να βαρύνομενα βαρύνομαινα βαρυνόμαστε
να βαρύνειςνα βαρύνετενα βαρύνεσαινα βαρύνεστε, να βαρυνόσαστε
να βαρύνεινα βαρύνουν(ε)να βαρύνεταινα βαρύνονται
Aoristνα βαρύνωνα βαρύνουμε, να βαρύνομενα βαρυνθώνα βαρυνθούμε
να βαρύνειςνα βαρύνετενα βαρυνθείςνα βαρυνθείτε
να βαρύνεινα βαρύνουν(ε)να βαρυνθείνα βαρυνθούν(ε)
Perfνα έχω βαρύνει
να έχω βεβαρυμένο
να έχουμε βαρύνει
να έχουμε βεβαρυμένο
να έχω βαρυνθεί
να είμαι βεβαρυμένος, -η
να έχουμε βαρυνθεί
να είμαστε βεβαρυμένοι, -ες
να έχεις βαρύνει
να έχεις βεβαρυμένο
να έχετε βαρύνει
να έχετε βεβαρυμένο
να έχεις βαρυνθεί
να είσαι βεβαρυμένος, -η
να έχετε βαρυνθεί
να είστε βεβαρυμένοι, -ες
να έχει βαρύνει
να έχει βεβαρυμένο
να έχουν βαρύνει
να έχουν βεβαρυμένο
να έχει βαρυνθεί
να είναι βεβαρυμένος, -η, -ο
να έχουν βαρυνθεί
να είναι βεβαρυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presβάρυνεβαρύνετεβαρύνεστε
Aoristβάρυνεβαρύνετεβαρύνσουβαρυνθείτε
Part
izip
Presβαρύνοντας
Perfέχοντας βαρύνει, έχοντας βεβαρυμένοβεβαρυμένος, -η, -οβεβαρυμένοι, -ες, -α
InfinAoristβαρύνειβαρυνθεί


Griechische Definition zu βαρύνω

βαρύνω [varíno] -ομαι : (λόγ.) 1. βαραίνω: Tον βαρύνουν σοβαρές κατηγορίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βαρύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15