βαριέμαι  Verb  [varieme, bariemai]

Ähnliche Bedeutung wie βαριέμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze βαριέμαι

... Είχα αρχίσει να βαριέμαι λίγο. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze es satt haben

... Wir haben es satt! ist eine Bewegung von Landwirten, Umwelt-, Natur- und Tierschutzverbänden gegen die Agrarindustrie, gegen Massentierhaltung und für ...

... 10 Milliarden – Wie werden wir alle satt? ist ein deutscher Dokumentarfilm aus dem Jahr 2015 von Valentin Thurn über die Möglichkeit, alle Bewohner der ...

... Gruppen, den Convivien. Der Verein ist Träger der Demonstration Wir haben es satt!. Seit 2011 steht Ursula Hudson dem Verein vor. Burchard Bösche beschreibt ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΒΑΡΙΕΜΑΙ
I am bored
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βαριέμαιβαριόμαστε
βαριέσαιβαριέστε, βαριόσαστε
βαριέταιβαριούνται, βαριόνται
Imper
fekt
βαριόμουν(α)βαριόμαστε, βαριόμασταν
βαριόσουν(α)βαριόσαστε, βαριόσασταν
βαριόταν(ε)βαριόνταν(ε), βαριούνταν, βαριόντουσαν
Aoristβαρέθηκαβαρεθήκαμε
βαρέθηκεςβαρεθήκατε
βαρέθηκεβαρέθηκαν, βαρεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω βαρεθείέχουμε βαρεθεί
έχεις βαρεθείέχετε βαρεθεί
έχει βαρεθείέχουν βαρεθεί
Plu
perf
ekt
είχα βαρεθείείχαμε βαρεθεί
είχες βαρεθείείχατε βαρεθεί
είχε βαρεθείείχαν βαρεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βαριέμαιθα βαριόμαστε
θα βαριέσαιθα βαριέστε, θα βαριόσαστε
θα βαριέταιθα βαριούνται, θα βαριόνται
Fut
ur
θα βαρεθώθα βαρεθούμε
θα βαρεθείςθα βαρεθείτε
θα βαρεθείθα βαρεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βαρεθείθα έχουμε βαρεθεί
θα έχεις βαρεθείθα έχετε βαρεθεί
θα έχει βαρεθείθα έχουν βαρεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βαριέμαινα βαριόμαστε
να βαριέσαινα βαριέστε, να βαριόσαστε
να βαριέταινα βαριούνται, να βαριόνται
Aoristνα βαρεθώνα βαρεθούμε
να βαρεθείςνα βαρεθείτε
να βαρεθείνα βαρεθούν(ε)
Perfνα έχω βαρεθείνα έχουμε βαρεθεί
να έχεις βαρεθείνα έχετε βαρεθεί
να έχει βαρεθείνα έχουν βαρεθεί
Imper
ativ
Presβαριέστε
Aoristβαρέσουβαρεθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristβαρεθεί


Griechische Definition zu βαριέμαι

βαριέμαι [varjéme] .5β : 1α. αισθάνομαι τεμπελιά, βαρεμάρα, δεν έχω όρεξη, διάθεση να κάνω κτ.: Aν δε βαρεθείς, πέρνα από το σπίτι μου το βραδάκι. Bαριέται και να φάει ακόμα. βαριέμαι να σου εξηγώ τι έγινε. ΠAΡ Όποιος δε θέλει / βαριέται να ζυμώσει* δέκα μέρες κοσκινίζει. β. καταλαμβάνομαι από ανία, πλήξη: βαριέμαι όλη μέρα μοναχός. Δεν έχει τι να κάνει τα απογεύματα και βαριέται. (έκφρ.) δε βαριέσαι!, δεν αξίζει τον κόπο, μη δίνεις σημασία, αδιαφόρησε: Δε βαριέσαι! Aς κάνει / πει / σκεφτεί ό,τι θέλει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βαριέμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15