βαράω  Verb  [varao, baraw]

Noch keine Übersetzung :(

Ähnliche Bedeutung wie βαράω

Noch keine Synonyme

Grammatik


ΒΑΡΑΩ
I strike
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βαράω, βαρώβαράμε, βαρούμε
βαράςβαράτε
βαράει, βαράβαράν(ε), βαρούν(ε)
Imper
fekt
βαρούσα, βάραγαβαρούσαμε, βαράγαμε
βαρούσες, βάραγεςβαρούσατε, βαράγατε
βαρούσε, βάραγεβαρούσαν(ε), βάραγαν, βαράγανε
Aoristβάρεσαβαρέσαμε
βάρεσεςβαρέσατε
βάρεσεβάρεσαν, βαρέσαν(ε)
Perf
ekt
έχω βαρέσει
έχω βαρεμένο
έχουμε βαρέσει
έχουμε βαρεμένο
έχεις βαρέσει
έχεις βαρεμένο
έχετε βαρέσει
έχετε βαρεμένο
έχει βαρέσει
έχει βαρεμένο
έχουν βαρέσει
έχουν βαρεμένο
Plu
perf
ekt
είχα βαρέσει
είχα βαρεμένο
είχαμε βαρέσει
είχαμε βαρεμένο
είχες βαρέσει
είχες βαρεμένο
είχατε βαρέσει
είχατε βαρεμένο
είχε βαρέσει
είχε βαρεμένο
είχαν βαρέσει
είχαν βαρεμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βαράω, θα βαρώθα βαράμε, θα βαρούμε
θα βαράςθα βαράτε
θα βαράει, θα βαράθα βαράν(ε), θα βαρούν(ε)
Fut
ur
θα βαρέσωθα βαρέσουμε, θα βαρέσομε
θα βαρέσειςθα βαρέσετε
θα βαρέσειθα βαρέσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βαρέσει
θα έχω βαρεμένο
θα έχουμε βαρέσει
θα έχουμε βαρεμένο
θα έχεις βαρέσει
θα έχεις βαρεμένο
θα έχετε βαρέσει
θα έχετε βαρεμένο
θα έχει βαρέσει
θα έχει βαρεμένο
θα έχουν βαρέσει
θα έχουν βαρεμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βαράω, να βαρώνα βαράμε, να βαρούμε
να βαράςνα βαράτε
να βαράει, να βαράνα βαράν(ε), να βαρούν(ε)
Aoristνα βαρέσωνα βαρέσουμε, να βαρέσομε
να βαρέσειςνα βαρέσετε
να βαρέσεινα βαρέσουν(ε)
Perfνα έχω βαρέσει
να έχω βαρεμένο
να έχουμε βαρέσει
να έχουμε βαρεμένο
να έχεις βαρέσει
να έχεις βαρεμένο
να έχετε βαρέσει
να έχετε βαρεμένο
να έχει βαρέσει
να έχει βαρεμένο
να έχουν βαρέσει
να έχουν βαρεμένο
Imper
ativ
Presβάρα, βάραγεβαράτε
Aoristβάρεσε, βάραβαρέστε
Part
izip
Presβαρώντας
Perfέχοντας βαρέσει, έχοντας βαρεμένο
InfinAoristβαρέσει


Griechische Definition zu βαράω

βαράω [varáo] & .5α μππ. βαρεμένος : (οικ.) 1. χτυπώ, δέρνω: Mη βαράς, δε φταίω εγώ. Tον βάρεσε άσχημα. Mη με προκαλείς, θα σε βαρέσω. || (μτφ.): Tον βάρεσε ο ήλιος κατακέφαλα, τον ζάλισε. Mε βάρεσε το κρασί στο κεφάλι, μου προκάλεσε κεφαλόπονο, κακοδιαθεσία, με ζάλισε. Tον βάρεσε η τρέλα, τρελάθηκε. || (έκφρ.) είναι βαρεμένος, λοξός, τρελός. ΦΡ βαράω το κεφάλι* μου στον τοίχο. βαράω γροθιές στο μαχαίρι, τα βάζω με ισχυρότερους. βαράω μύγες*. μου τη βάρεσε: α. εκνευρίστηκα, συγχύστηκα, οργίστηκα. β. μου ήρθε στο μυαλό, αποφάσισα αυθαίρετα· ΣYN ΦΡ μου την έδωσε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu βαράω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15