αυτόνομα    [aftonoma, aytonoma]

Noch keine Übersetzung :(

Etymologie zu αυτόνομα

αυτόνομα αυτόνομος + -α


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu αυτόνομα

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie αυτόνομα

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu αυτόνομα

Noch keine ähnlichen Wörter


Grammatik

Noch keine Grammatik zu αυτόνομα.



Griechische Definition zu αυτόνομα

αυτόνομα [aftόnoma] adv (L)

① autonomously, independently, sovereignly (syn ανεξάρτητα 1, αυτεξούσια, αυτοδύναμα):
να φτιάσουν .. ανατολική ομοσπονδία από κράτη εθνικά, όπου στο καθένα μέσα να μπορεί να ζει αυτόνομα η αλλόφυλη ανατολική κοινότητα (IDragoumis) |
έχουν μέσα τους το πρόβλημα και τη δύναμη αυτόνομα να το λύσουν (Tsatsos) |
αν δεν ενεργεί αυτόνομα ο νους, δεν μεταλαβαίνει κανείς τίποτε από την εσώτατη ζωή της φιλοσοφίας (Theodorakop) |
λειτουργούσαν αυτόνομα, παράλληλα προς την Aθήνα, οι πνευματικές εστίες των Eφτανήσων, της Πόλης κλ (Theotokas)
② on one's own, independently, individually, separately (syn ανεξάρτητα 3, χωριστά):
ο Kάλβος τον σπάζει [τον δεκαπεντασύλλαβο] στα δυο του ημιστίχια, τα δουλεύει αυτόνομα (Dimaras) |
το κάθε άστρο αναπτύσσεται χωριστά και ακολουθεί αυτόνομα την τύχη του (Papatsonis)
[der of αυτόνομος]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback