ασχολούμαι  Verb  [ascholume, asxoloymai]

Ähnliche Bedeutung wie ασχολούμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ασχολούμαι

... Αυτή τη στιγμή ασχολούμαι με τη συγγραφή ενός βιβλίου. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze sich betätigen

... Ansaugtrakt des großen Dieselmotors geleitet, um dessen Ansaugluft für sicheren Motorstart insbesondere bei niedrigen Außentemperaturen vorzuwärmen. ...

... zu überwachenden Einrichtung informiert. Der Anwendungsbereich erstreckt sich von nahezu jedem elektrischen Gerät im Haushalt (Herd, Spülmaschine etc.) ...

... Frauen im Rechtsextremismus betätigen sich in nationalistischen Organisationen oder treten als Aktivistinnen in Nationalen Frauenorganisationen auf. Sie ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ
I am busy
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ασχολούμαιασχολούμαστε
ασχολείσαιασχολείστε
ασχολείταιασχολούνται
Imper
fekt
ασχολούμουνασχολούμαστε
ασχολούνταν, ασχολείτοασχολούνταν, ασχολούντο
Aoristασχολήθηκαασχοληθήκαμε
ασχολήθηκεςασχοληθήκατε
ασχολήθηκεασχολήθηκαν, ασχοληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ασχοληθείέχουμε ασχοληθεί
έχεις ασχοληθείέχετε ασχοληθεί
έχει ασχοληθείέχουν ασχοληθεί
Plu
perf
ekt
είχα ασχοληθείείχαμε ασχοληθεί
είχες ασχοληθείείχατε ασχοληθεί
είχε ασχοληθείείχαν ασχοληθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ασχολούμαιθα ασχολούμαστε
θα ασχολείσαιθα ασχολείστε
θα ασχολείταιθα ασχολούνται
Fut
ur
θα ασχοληθώθα ασχοληθούμε
θα ασχοληθείςθα ασχοληθείτε
θα ασχοληθείθα ασχοληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ασχοληθείθα έχουμε ασχοληθεί
θα έχεις ασχοληθείθα έχετε ασχοληθεί
θα έχει ασχοληθείθα έχουν ασχοληθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ασχολούμαινα ασχολούμαστε
να ασχολείσαινα ασχολείστε
να ασχολείταινα ασχολούνται
Aoristνα ασχοληθώνα ασχοληθούμε
να ασχοληθείςνα ασχοληθείτε
να ασχοληθείνα ασχοληθούν(ε)
Perfνα έχω ασχοληθείνα έχουμε ασχοληθεί
να έχεις ασχοληθείνα έχετε ασχοληθεί
να έχει ασχοληθείνα έχουν ασχοληθεί
Imper
ativ
Presασχολείστε
Aoristασχολήσουασχοληθείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristασχοληθεί


Griechische Definition zu ασχολούμαι

ασχολούμαι [asxolúme] .9β : 1α.αφιερώνω τη δραστηριότητά μου, το χρόνο μου σε κτ.: ασχολούμαι με τη μουσική / με τη ζωγραφική / με την πολιτική / με τον κήπο / με τα παιδιά μου. Aύριο θα ασχοληθώ με την τακτοποίηση της βιβλιοθήκης μου. β. εκδηλώνω έντονο και έμπρακτο ενδιαφέρον για κτ. ή για κπ.: Θα ασχοληθώ με το θέμα σας σε ένα λεπτό! || Mην ασχολείσαι μαζί μου! [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ασχολούμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15