αστειεύομαι  Verb  [astievome, asteieyomai]

Ähnliche Bedeutung wie αστειεύομαι


Beispielsätze αστειεύομαι

... «Φυσικά και οι Σπαρτιάτες είναι οι γενναιότεροι ανάμεσα σε όλους», αστειεύεται ένας Συβαρίτης, «ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα προτιμούσε να πεθάνει ...

... ελιάς του σκόνταψε και σκονίστηκε πέφτοντας στο χώμα, με το πλήθος να αστειεύεται πως δεν ήταν πλέον ακονιτί ολυμπιονίκης. Το Βικιλεξικό έχει σχετικό ...

... Μπορούμε να πούμε πως είναι μια εξέλιξη του γελωτοποιού , και μόνιμα αστειεύεται. Χιλιάδες χρόνια τώρα, αυτοί οι άνθρωποι είναι η αιτία να διασκεδάζουν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze scherzen

... Wenn ich scherzen will, sage ich die Wahrheit. Das ist immer noch der größte Spaß auf Erden. ...

... Während alle anderen alsbald wieder zu lachen und zu scherzen begannen, blieb Toms Herz von Marias Tod beschwert. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΑΣΤΕΙΕΥΟΜΑΙ
I joke
Middle
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αστειεύομαιαστειευόμαστε
αστειεύεσαιαστειεύεστε, αστειευόσαστε
αστειεύεταιαστειεύονται
Imper
fekt
αστειευόμουν(α)αστειευόμαστε, αστειευόμασταν
αστειευόσουν(α)αστειευόσαστε, αστειευόσασταν
αστειευόταν(ε)αστειεύονταν, αστειευόντανε, αστειευόντουσαν
Aoristαστειεύτηκααστειευτήκαμε
αστειεύτηκεςαστειευτήκατε
αστειεύτηκεαστειεύτηκαν, αστειευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω αστειευτείέχουμε αστειευτεί
έχεις αστειευτείέχετε αστειευτεί
έχει αστειευτείέχουν αστειευτεί
Plu
per
fect
είχα αστειευτείείχαμε αστειευτεί
είχες αστειευτείείχατε αστειευτεί
είχε αστειευτείείχαν αστειευτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αστειεύομαιθα αστειευόμαστε
θα αστειεύεσαιθα αστειεύεστε, θα αστειευόσαστε
θα αστειεύεταιθα αστειεύονται
Fut
ur
θα αστειευτώθα αστειευτούμε
θα αστειευτείςθα αστειευτείτε
θα αστειευτείθα αστειευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αστειευτείθα έχουμε αστειευτεί
θα έχεις αστειευτείθα έχετε αστειευτεί
θα έχει αστειευτείθα έχουν αστειευτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αστειεύομαινα αστειευόμαστε
να αστειεύεσαινα αστειεύεστε, να αστειευόσαστε
να αστειεύεταινα αστειεύονται
Aoristνα αστειευτώνα αστειευτούμε
να αστειευτείςνα αστειευτείτε
να αστειευτείνα αστειευτούν(ε)
Perfνα έχω αστειευτείνα έχουμε αστειευτεί
να έχεις αστειευτείνα έχετε αστειευτεί
να έχει αστειευτείνα έχουν αστειευτεί
Imper
ativ
Presαστειεύεστε
Aoristαστειέψουαστειευτείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristαστειευτεί






Griechische Definition zu αστειεύομαι

αστειεύομαι [astiévome] .1β : α.λέω αστεία, παρουσιάζοντας συνήθ. σοβαρά πράγματα από την εύθυμη πλευρά τους: Kουβεντιάσαμε, αστειευτήκαμε και περάσαμε ευχάριστα. β. λέω σαν αστείο κτ. που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. ANT σοβαρολογώ: Tου είπα αστειευόμενος, ότι περιμένω επίσημη πρόσκληση για να τον επισκεφτώ. Δεν αστειεύομαι, έτσι είναι όπως το λέω. M΄ αυτόν τον άνθρωπο δεν μπορείς να αστειευτείς, δε σηκώνει αστεία. || το β' ενικό πρόσωπο για να τονίσουμε την άρνηση ή την κατάφαση ανάλογα με τα συμφραζόμενα: Θα δεχτείς την πρόταση; - Aστειεύεσαι; / Θα αστειεύεσαι βέβαια;, όχι δε θα τη δεχτώ. Θα με βοηθήσεις στη δουλειά; - Aστειεύεσαι;, οπωσδήποτε. || για να δηλώσουμε ότι κάποιος είναι αποφασισμένος να πραγματοποιήσει κτ.: Aυτή τη φορά δεν αστειεύομαι, θα τον τιμωρήσω / θα αρχίσω να δουλεύω. Aυτός δεν αστειεύεται. || αντιμετωπίζω κτ. επιπόλαια: Δεν πρέπει να αστειευόμαστε με τόσο σοβαρά θέματα.

[λόγ. < ελνστ. ἀστειεύομαι `μιλώ με πνεύμα΄ & σημδ. γαλλ. plaisanter]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αστειεύομαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15